![]() |
Δημήτρη Μυταρά, Εργαστήριο |
Σαν μούδιασε πια ο πατέρας χεροπόδαρα, και δεν είχε ανάκαρα να κολυμπήσει, τον άρπαξε ο Καπιτάνιος από το γιακά και κολυμπούσε απόκοντα. Κρατούσε το κεφάλι του έξω από το κύμα, ώσπου ξενερίσανε στην ακρογιαλιά της Ανατολής.
Από κείνη τη μέρα, που μας γύρισαν με την ψυχή στα δόντια, που μας γύρισαν με ξένο καράβι, ο πατέρας δε μεταπάτησε πια σε πλεούμενο, κι ο Καπιτάνιος απόμεινε και κείνος στεριανός στο σπίτι μας.
Ήταν
ένας σκύλαρος ως εκεί πάνω, κανελής, γεροδεμένος, με μιας άσπρη βούλα
στην πλάτη, σαν πλατανόφυλλο. Όλοι τον αγαπούσανε γιατ' ήτανε καλός, κι
εμείς, τα παιδιά, του βγάζαμε την πίστη με τα τυραγνιστικά παιχνίδια.
Ήμασταν τέσσερα, όλα αγόρια, και μόνο εγώ, ο μεγάλος, ήμουνα σε θέση να
καταλαβαίνω το πιλάτεμα που του γινότανε. Ο Καπιτάνιος τα δεχόταν όλα σε
άσωτη καλοσύνη.