Διαδρομή προς το χωριό Σέρβου - Slideshow          ΧΔ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική Σελίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνική Σελίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

on Δημοσίευση σχολίου

Ο Ικέτης - Ποίημα


του Νικήτα Σχίζα

Πηγή: Εφημερίδα ΑΡΤΟΖΗΝΟΣ Φύλλο 12, Απρίλιος 1978



Share/Bookmark

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Ο φτωχός ο Φίλιππος στο χωράφι απόκρευε - Διήγημα


Διήγημα: της Μαρίας Παναγοπούλου


«...'Ο Φτωχός ό Φίλιππος στό χωράφι απόκρευε...»
-    Άμ' ποιος τά είδε καί τά λέει..., τάχα τή σκέψη της φωνάζοντας πέταγε ή γιαγια-Καλή τήν παρατήρηση.
Συνήθεια τόχε, μέ τήν άντίρρηση στις κουβέντες, νά πετυχαίνει νάχει τό λόγο έκείνη πάντα τό στερνό.
-    Σώπα, σώπα, κυρα-Καλή, χριστιανούλα μου!... Μήν κολάζεσαι πού είμαστ’ άξιοι οί άντρώποι νά κρίνουμε τά θεϊκά, τήν άντίκοβε άσυνήθιστα θαρρετά ή γιαγιά κάνοντας τό Σταυρό της.
«... ' Εγώ δέν τόβγαλ’ άπό τό μυαλό μου καί τό λέου...» συνέχιζε. «... Τούτο τό ξέρει ό κόσμος ούλος!... Ούλ' ή άργατιά καί ή ξωμαχιά, πάππου πρός πάππου, έχει νά κάνει μέ τό θάμα τούν'  Άγιο-Φιλλίππουνε... "Ενα βόιδι μοναχά είχε ό Άγιο-Φίλιππας, καί κείνο τόσφαξε σά σήμερα τό βράδυ, παραμονή τού Σαραντάημερου ν' άποκρέψει, γυρίζοντας αποσταμένος άπό τ' όργωμα καί τήν αυγή τί νά ίδεί!... Τό βόιδι του ολοζώντανο στό παγνί, νά ζεσταίνει μέ τό γνώτο του τή χαμοκέλα!... "Ετσι πού λές, κιά δέ μέ πιστεύεις έμένανε, κυρα-Καλή μου, ρώτα τόν άδελφό σου κι άφέντη μου, πού ξέρει ούλα τ' άγιωτικά νά σου τά ειπεί καλύτερα...».

Share/Bookmark

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Αντιγόνη


Διήγημα: του Ηλία Βενέζη

Έβρεχε σιγανά. Οι δυο γυναίκες, η μητέρα της Καστοριάς και η αδερφή της Θήβας, κάθονταν εκεί κάτω από το δέντρο, λίγο πέρα απ’ τον κρεμασμένο. Άκουγαν τη βροχή στα φύλλα.
― Πόσες μέρες είπες είναι;
― Σήμερα είναι τέσσερες. Πόσο θα τον αφήσουν ακόμα;
Κάθε πρωί, λέει, έρχεται ένας Γερμανός στρατιώτης να βεβαιωθεί πως κανένας δεν άγγιξε τον κρεμασμένο, πως είναι εκεί. Και κάθε βράδυ. Στερεότυπα. Έρχεται, κοιτάζει, φεύγει. Χτες ήταν η πρώτη μέρα που τα κοράκια έκαμαν να κατεβούν στον κρεμασμένο. Γι’ αυτό η αδερφή τόλμησε να πλησιάσει το γερμανό το βράδυ, σαν ήρθε.
«Πότε;» του είπε κι έκλαιγε. «Πότε θα μας τον δώσετε να τον θάψουμε;»
Ο γερμανός δεν καταλάβαινε. Εκείνη του έκανε χειρονομίες, μια τα χέρια πήγαιναν στο κρεμασμένο σώμα, μια στο λάκκο του μικρού αδερφού.
Ο γερμανός σήκωσε τους ώμους «Δεν ξέρω!» είπε αδιάφορα κ’ έφυγε.

Share/Bookmark

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Στη Μαρία Αθ. Παναγοπούλου - ποίημα

Ποίημα: του Θοδωρή K. Τρουπή
 




Share/Bookmark
on Δημοσίευση σχολίου

'Ενταξη - ποίημα


ΥΓ: Αντίγραφο του ανωτέρω ποιήματος έχει υποβληθεί ως άρθρο προς δημοσίευση και στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Σερβαίων Αρκαδίας, Servou.gr
Είναι σε μορφή Φωτογραφίας, η οποία είναι ελεύθερης χρήσης και διανομής, συνεπώς και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να κάνει χρήση, αρκεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει.
Δεν απαιτείται να γίνει καμία αναφορά στην πηγή.


Share/Bookmark

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Αίτηση στην Επιστήμη - ποίημα


ΥΓ: Αντίγραφο του ανωτέρω ποιήματος έχει υποβληθεί ως άρθρο προς δημοσίευση και στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Σερβαίων Αρκαδίας, Servou.gr
Είναι σε μορφή Φωτογραφίας, η οποία είναι ελεύθερης χρήσης και διανομής, συνεπώς και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να κάνει χρήση, αρκεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει.
Δεν απαιτείται να γίνει καμία αναφορά στην πηγή.


Share/Bookmark

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Νικολέττα - ποίημα


ΥΓ: Αντίγραφο του ανωτέρω ποιήματος έχει υποβληθεί ως άρθρο προς δημοσίευση και στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Σερβαίων Αρκαδίας, Servou.gr
Είναι σε μορφή Φωτογραφίας, η οποία είναι ελεύθερης χρήσης και διανομής, συνεπώς και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να κάνει χρήση, αρκεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει.
Δεν απαιτείται να γίνει καμία αναφορά στην πηγή.


Share/Bookmark

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Σκοπός - ποίημα


ΥΓ: Αντίγραφο του ανωτέρω ποιήματος έχει υποβληθεί ως άρθρο προς δημοσίευση και στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Σερβαίων Αρκαδίας, Servou.gr
Είναι σε μορφή Φωτογραφίας, η οποία είναι ελεύθερης χρήσης και διανομής, συνεπώς και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να κάνει χρήση, αρκεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει.
Δεν απαιτείται να γίνει καμία αναφορά στην πηγή.


Share/Bookmark

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

ΕΠΙ...ΣΤΡΟΦΕΣ

Σε συνέχεια προηγούμενου άρθρου που δημοσιεύσαμε ως αφιέρωμα στη μνήμη της Μαρίας Παναγοπούλου, με τίτλο "Να ήταν Σάββατο απομεσήμερο και εγώ χρονών δεκάξη" δημοσιεύουμε ένα ακόμη ποίημα της Μαρίας, που αναφέρεται σχεδόν στο ίδιο θέμα.
Τη μαθητική ζωή των Σερβαίων στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων και την επιστροφή στο χωριό τους το Σαββατοκύριακο.


ΥΓ: Αντίγραφο του ανωτέρω ποιήματος έχει υποβληθεί ως άρθρο προς δημοσίευση και στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου Σερβαίων Αρκαδίας, Servou.gr
Είναι σε μορφή Φωτογραφίας, η οποία είναι ελεύθερης χρήσης και διανομής, συνεπώς και οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να κάνει χρήση, αρκεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει.
Δεν απαιτείται να γίνει καμία αναφορά στην πηγή.


Share/Bookmark

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Φυσιολατρικοί Όμιλοι - Ποίημα



Share/Bookmark

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

on Δημοσίευση σχολίου

Να ήταν Σαββάτο απομεσήμερο και εγώ χρονών δεκάξη

της Μαρίας Παναγοπούλου
από Το "Ημερολόγιο της Φτέρης",  Αθήνα 1981

Η δημοσίευση αυτή είναι ένα αφιέρωμα στη μνήμη της Μαρίας Παναγοπούλου, και θα θυμίσει πολλά από τη μαθητική ζωή κυρίως στους Σερβαίους και λοιπούς κοντοχωριανούς Γορτύνιους, που έχουν φοιτήσει στο Γυμνάσιο Λαγκαδίων.
 ΧΔ

Κλικ στην κατωτέρω φωτογραφία για να συνδεθείτε.

    Το Γυμνάσιο Λαγκαδίων


Share/Bookmark

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Οι γλάροι


Διήγημα: του Ηλία Βενέζη

Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται.
Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή:
θ’ ανάψει το φως στο φάρο.
Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.


Share/Bookmark

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Το καμίνι

Διήγημα
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Δὲν γράφω ἐδῶ διὰ τὸ καμίνι ὁποὺ λάμπει κοκκίνην λάμψιν τὴν νύκτα ἐπάνω στὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ· ὁποὺ ἀντικρὺ εἰς τὸ χωρίον τὸ κτισμένον ἀνάμεσα εἰς δύο βραχώδεις λόφους, καὶ δίπλα εἰς θαλασσοπλήκτους κρημνούς, μέσα εἰς μίαν λάκκαν, ἐνῷ αἱ ὄρνιθες πρὸ πολλοῦ ἐκάτιασαν* καὶ οἱ ἄνθρωποι ὅλοι κατεκοιμήθησαν καὶ ἡ ἀμυδρὰ γλυκεῖα ἀπολαμπὴ τῶν κανδηλίων, ὁποὺ φέγγουν ἐμπρὸς εἰς τὰ παλαιὰ εἰκονίσματα τῶν ἀμαυρῶν μελαγχολικῶν Ἁγίων, ἐξέρχεται ἀπὸ τοὺς μικροὺς φεγγίτας, καὶ σὺ ἐπλάγιασες σιμὰ εἰς τὴν ἀγκάλην τῆς μάμμης, ψιθυρίζων εὐέλπιδα ὄνειρα, καὶ ἀναμασῶν ἔναυλα παραμύθια καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, πρὶν ἀποκοιμηθῇς, ἠρώτας παραπονετικὰ τὴν μάμμην:
― Δὲ θὰ πᾶμε καμίνι, γιαγιά; Πότε θὰ πᾶμε καμίνι;
Δὲν ἐπρόφθασεν ἡ γραῖα νὰ σοῦ ἀποκριθῇ ὅτι αὔριον, τώρα, τὸ ταχύ, ὅταν λαλήσῃ τ᾿ ὀρνίθι θὰ σὲ πάρῃ νὰ πᾶτε στὸ καμίνι καὶ σὺ ἀπεκοιμήθης ἤδη· παρομοίως, εἰς τὸν κίβδηλον προσποιημένον κόσμον, ὅπου ἐμεγαλώσαμεν, ὅταν ἐρωτῶμεν χάριν φιλοφροσύνης τὸν καλύτερον φίλον μας κάτι τι, δὲν προσέχομεν εἰς τὴν ἀπάντησιν καὶ δὲν ἐνθυμούμεθα τί μᾶς εἶπε.

Share/Bookmark

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

on 1 Σχόλιο

Η σάρξ

Διήγημα: του Αντώνη Σαμαράκη

Διάβαζε τον ψαλμό ΞΘ’, όταν άκουσε τη βροχή που είχε πιάσει.
-Βρέχει, σκέφτηκε. Περίεργο! Δε φαινόταν από νωρίς πως ήτανε για βροχή ο καιρός.
Διέκοψε απότομα τους συλλογισμούς του. Η βροχή ήταν ένα εξωτερικό γεγονός και δεν άξιζε να διακόψει τον ψαλμό γι’ αυτήν. Ξανάρχισε τον ψαλμό:
«μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου, εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός βοηθησόν μοι».
Έξω η βροχή δυνάμωνε ολοένα.
Είχε δύο βδομάδες περίπου που είχε εγκατασταθεί σ’ αυτήν τη συνοικία. Ήτανε η πρώτη του ενορία. Η αλήθεια είναι πως είχε ζητήσει ο ίδιος να τοποθετηθεί σε λαϊκή συνοικία. Είχε πει στους αρμοδίους:
- Θα ήθελα να αρχίσω το στάδιό μου ως εφημέριος σε μία λαϊκή συνοικία.
Οι δύο αυτές λέξεις «λαϊκή συνοικία» χτυπούσανε μέσα του με παράξενο ήχο. «Είμαι ένας ρομαντικός, φαίνεται», συλλογιζότανε καμιά φορά. Ήτανε νέος και δεν είχε ως τότε την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή από πολλές πλευρές. Η οικογένειά του, μια μικροαστική οικογένεια. Ο πατέρας του, τραπεζικός υπάλληλος. Είχε πεθάνει πρόπερσι. Από αυτόν είχε κληρονομήσει τον φόβο του Θεού και την αφοσίωση στις εντολές Του. Γράφτηκε στη Θεολογική σχολή, τελειώνοντας το γυμνάσιο, και το όνειρό του ήτανε να γίνει ιερεύς. Να υπηρετήσει έτσι το Θεό. Να φέρει κοντά στον Ποιμένα όσα μπορούσε περισσότερα «απολωλότα πρόβατα».

Share/Bookmark

Κυριακή 16 Μαΐου 2010

on Δημοσίευση σχολίου

Νέα Ελληνική Λογοτεχνία



Share/Bookmark

Αρτοζήνος το μυθικό βουνό




Δημοφιλείς αναρτήσεις

Επικοινωνία