Διαδρομή προς το χωριό Σέρβου - Slideshow          ΧΔ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκά Παραμύθια και Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαϊκά Παραμύθια και Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

on Δημοσίευση σχολίου

Οι δώδεκα μήνες - Λαϊκό παραμύθι

"Twelve Months" by M. Pichugina
Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.
  Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:

Share/Bookmark

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Οι τρείς λίρες - (παραμύθι από την προφορική παράδοση της Λέρου)

Αναδημοσίευση
Πηγή: http://dim-ag-marin-lerou.dod.sch.gr/selides/el/param11.htm

Ήταν, λέει η γιαγιά μου, ένα ανδρόγυνο στην Ανατολή. Μόλις είχαν παντρευτεί και ήθελαν να δουλέψει ο άντρας, για να μπορεί να ζήσει τη γυναίκα του. Έψαχνε για δουλειά και δουλειά στο χωριό δεν υπήρχε. Εντωμεταξύ, η γυναίκα έμεινε έγκυος, έπρεπε να φάει, πώς θα γεννιόταν το παιδί της!

Πήρε λοιπόν των ομματιών του, να πάει να βρει δουλειά μέσα στην ανατολή. Περπάταγε μέρες τρεις, δε βρήκε κανένα μέρος να σταθεί. Την τέταρτη μέρα βρήκε ένα χωριό, δούλεψε λίγο, πήρε λίγο ψωμί και συνέχισε να περπατά, γιατί τότε δεν υπήρχαν ούτε σιδηρόδρομοι ούτε αυτοκίνητα.

Στις δέκα μέρες, βρέθηκε σ’ ένα πιο μεγάλο κτήμα, όπου πάει και παρακαλετά λέει:
«Είμαι πεινασμένος, διψασμένος. Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο ψωμί, λίγο νερό και ’γώ θα σου δουλέψω».
Τον κοίταξε ο άνθρωπος, που είχε το κτήμα, του λέει: «Εγώ θα σε κρατήσω».

Share/Bookmark

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

on Δημοσίευση σχολίου

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι

της Πηνελόπης Δέλτα


Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο. Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα.
Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.
-"Πρωτοχρονιά αύριο", μουρμούρισε, "διασκεδάζουν εκεί μέσα".

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο. Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του μέναν ακίνητα στο σεντόνι πάνω, δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήτανε καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.

Share/Bookmark

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

on Δημοσίευση σχολίου

Το μαχαίρι της σφαγής, τ’ ακόνι της υπομονής και το κερί τ’ αμάλαχτο

Λαϊκό Παραμύθι

Ήταν ένας πλούσιος οπού είχε μια τσιούπρα, και κάθουνταν και κεντούσε στο παραθύρι. Κι εκεί που κεντούσε, πέρασ’ ένα πουλί και της είπε· «Tι κεντάς και τι χρυσώνεις; άντρα πεθαμένο θα πάρεις». Τότες κλαίγοντας πάει η τσιούπρα στον πατέρα της και του λέει όσα της είπε το πουλί. Κι ο πατέρας της τής είπε: «Πουλί είναι κι ας λαλεί!» Πήγαινε πάλι πολλές φορές το πουλί στο παραθύρι και της ήλεγε τα ίδια, κι η τσιούπρα πήγαινε στον πατέρα και του ήλεγε, όσα του είπε και πρώτα. Και μια φορά που ήταν με τις συνομήλικές της όξου κι έπαιζε, τις έπιασε μια βροχή, και πήγαν και στάθηκαν αποκάτου στη σκεπή ενούς σπιτιού που ήταν εκεί σιμά, κι εκεί που στέκουνταν, άνοιξ’ η πόρτα κι αυτή μπήκε μέσα, και πάλι έκλεισ’ η πόρτα μοναχή της.

Share/Bookmark

Αρτοζήνος το μυθικό βουνό




Δημοφιλείς αναρτήσεις

Επικοινωνία