Λαϊκό Παραμύθι
Ήταν ένας πλούσιος οπού είχε μια τσιούπρα, και κάθουνταν και κεντούσε στο παραθύρι. Κι εκεί που κεντούσε, πέρασ’ ένα πουλί και της είπε· «Tι κεντάς και τι χρυσώνεις; άντρα πεθαμένο θα πάρεις». Τότες κλαίγοντας πάει η τσιούπρα στον πατέρα της και του λέει όσα της είπε το πουλί. Κι ο πατέρας της τής είπε: «Πουλί είναι κι ας λαλεί!» Πήγαινε πάλι πολλές φορές το πουλί στο παραθύρι και της ήλεγε τα ίδια, κι η τσιούπρα πήγαινε στον πατέρα και του ήλεγε, όσα του είπε και πρώτα. Και μια φορά που ήταν με τις συνομήλικές της όξου κι έπαιζε, τις έπιασε μια βροχή, και πήγαν και στάθηκαν αποκάτου στη σκεπή ενούς σπιτιού που ήταν εκεί σιμά, κι εκεί που στέκουνταν, άνοιξ’ η πόρτα κι αυτή μπήκε μέσα, και πάλι έκλεισ’ η πόρτα μοναχή της.

Το μαχαίρι της σφαγής, τ’ ακόνι της υπομονής και το κερί τ’ αμάλαχτο