Διαδρομή προς το χωριό Σέρβου - Slideshow          ΧΔ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζογραφήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

on Δημοσίευση σχολίου

Το Λαούτο - Διήγημα

Το Λαούτο
Διήγημα 
του Θοδωρή Κ. Τρουπή

Κλικ στην κατωτέρω εικόνα για να συνδεθείτε.





Share/Bookmark

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

on Δημοσίευση σχολίου

Οι άνθρωποι της σκαλωσιάς

του Θοδωρή Κ. Τρουπή

Κλικ στην κατωτέρω εικόνα για να συνδεθείτε.



 


Share/Bookmark

Τρίτη 27 Απριλίου 2021

on Δημοσίευση σχολίου

ΕΥΘΥΜΑ ΚΑΙ ΣΟΒΑΡΑ - ΕΜΒΟΛΙΑΣΘΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΜΗ ΕΜΒΟΛΙΑΣΘΕΝΤΕΣ


του Δημήτρη Κουκουζή

Είπεν ο Κύρι (ακ) ος την παραβολήν ταύτην  = όστις θέλει εορτάσαι  το Πάσχα στο χωριό του, απαρνησάσθω  τον καναπέ του, αράτω τον ΑΜΚΑ αυτού  και ακολουθείτω το πλησιέστερο εμβολιαστικό του κέντρο,  ίνα εμβολιασθεί.

Τότε άπαντες ήρξαντο διχογνωμείν, καθώς έθος εστί  Έλλησι, διχονοείν και εξυπνακίζειν σε όλα τα θέματα. 

Άμα δε και υπερβάλλειν εν παντί, καθόσον Έλληνες αεί παίδες εισίν και σοφώτερον τούτων έθνος ουκ έστι εν τη γή. 

- Εγώ ουκ επιθυμώ εμβολιασθήναι, ότι τούτο έργον του διαβόλου και του …αντιχρήστου (Σόρρος, Γκειτς, Τζόμπς κλπ)  εστί ! Θέλουσιν γαρ ούτοι πάντες διεμβολήσαι τον  (σοφόν) εγκέφαλόν μου  και εγκαταστήσαι εν αυτώ …τσίπς ,  ίνα κατευθύνουσι τας τρίβους μου ένθα αυτοί βούλονται και ίνα αναγινώσκουσι τον λογισμόν μου, άμα δε και τας πονηρίας μου !  Είμαι δεδηλωμένος αρνητής !


Share/Bookmark

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

on Δημοσίευση σχολίου

ΤΟ ΦΥΛΑΜΑ - Διήγημα


του Θοδωρή Κ. Τρουπή






Share/Bookmark

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

on Δημοσίευση σχολίου

Τα δύο τσιγάρα - Διήγημα

     Κλίκ στην κατωτέρω εικόνα για να συνδεθείτε.




Share/Bookmark

Τετάρτη 29 Απριλίου 2020

on Δημοσίευση σχολίου

Περασμένα αλλά αξέχαστα - Δημήτρη Κουκουζή, Βιβλίο

       
           Κλικ στην κατωτέρω εικόνα για να συνδεθείτε.



Share/Bookmark
on Δημοσίευση σχολίου

Εύθυμα και Σοβαρά - Δημήτρη Κουκουζή, Βιβλίο

 
          Κλικ στην κατωτέρω φωτογραφία για να συνδεθείτε.
 
Share/Bookmark

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017

on Δημοσίευση σχολίου

Λαγκαδινοί Μαστόροι

 του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου   
 
Όπως τα είχανε ειπωμένα και συμφωνημένα  από το βράδυ, έτσι γενήκανε. Πρωί πρωί, ολόκληρο μπουλούκι, άνθρωποι και γαϊδούρια, αργοσαλεύουν από το ένα χωριό στο άλλο και ψάχνουνε για δουλειά.  Μικρομερεμέτια  που έκαναν σε ένα χωριό  γρήγορα  τέλειωσαν.  Τα ζώα ήταν φορτωμένα με σύνεργα: μυστριά,ξινάρια, λοστάρια, βαριές, κασμάδες,  φτυάρια και ζύγια.
Στην μια πλευρά και στην άλλη στα σαμάρια ήταν δεμένες με τριχιές μικρές σανίδες λασπωμένες για να φορτώνουν και να κουβαλούν τις πέτρες.
Και πανογώμι φάγνα για τα ζα και κρεμασμένα στα πισάρια και στα μπροστάρια τράστα,λινάτσες, σακιά με τρόφιμα και άλλα χρειαζούμενα. Έτσι προχωρούν από το ένα χωριό στο άλλο. Σε ένα ζώο έχουν φορτώσει τα τσιόλια τους για να κοιμούνται, όμορφα φορτωμένα σαν τα προικιά της νύφης.

Πίσω από τα ζώα  ακολουθούν οι άντρες, λασπωμένοι, αξούριστοι, κουρασμένοι, μπαϊλντισμένοι  τραβούν άκεφοι το δρόμο τους. Ξαμώνουν και φοβερίζουν τα ζώα να πάρουν τα πόδια τους.  Τα μαστορόπουλα, άλλα πίσω από τα ζα, άλλα μόνα τους  μισοξυπόλυτα, αγουροξυπνημένα,  άψητα ακόμα στη δουλειά, ακολουθούν με πρόσωπα χλωμά και αγέλαστα.
 Όλοι έχουν  αγωνία!  Θα βρούνε δουλειά;


Share/Bookmark

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

on 1 Σχόλιο

Η εύμορφη η Γώγα ...

του Βασίλη Κ. Αναστασόπουλου

Αναδημοσίευση
Πηγή:  http://www.opsarion.gr

Η γέννηση

Στην πανσέληνο του Μαΐου, στην ιερότερη της χρονιάς, έμελλε να γεννηθεί η τρισεύγενη κόρη. Κοντά στο ρέμα, το κελαριστό νερό με την βουή του σκέπαζε τις φωνές της γέννας. Λένε, σαν γεννηθείς κοντά σε νερά, θεά είσαι, η νεράιδα, η ξωτικό. Ή ακόμα και νύμφη από εκείνες τις παλιές που λέγουν τα ιερά γραφτά, εκείνα που έχουν τραγόμορφες φιγούρες να κυνηγάνε στα δάση.

Η μάνα της, νιά γυναίκα, είχε ξεχαστεί στον κηπάκο της οικογένειας και την πήρε η νύχτα.
Από νωρίς το απόγευμα σκάλιζε το χώμα, τακτοποιούσε τα λαχανικά, έπιανε νερό από την λιμνούλα που είχε φτιάξει, έβαζε στην σειρά τις πέτρες που στέριωναν τα φυτά. Παρακείθε το ρέμα βούιζε και κατέβαινε ορμητικό. Στην περασιά του, δεξιά κι αριστερά της όχθης του, μικροί κήποι εμφανίζονταν, περιποιημένοι, καθαροί. Οι χωρικοί, στον άγονο τούτο τόπο, εκμεταλλεύονταν κάθε σπιθαμή γης που μπορεί να δώσει καρπό για τις φαμελιές τους.

Έπεσεν όμως η νύχτα και η νιά γυναίκα, είχε ξεχάσει πως ήταν στον μήνα της, εγκυμονούσα.
Αλλά τότε, την στιγμή που ξεπρόβαλε τ’ ολόγιομο φεγγάρι και φώτιζε την ρεματιά, την έπιασαν οι πόνοι της γέννας.
Έσκουξε με απελπισία. Το χωριό δεν ήταν μακριά αλλά ποιος θα την άκουγε την δύστυχη;
Ποιος θ’ ερχόταν στο πλάγι της για βοήθεια;






Share/Bookmark

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

on Δημοσίευση σχολίου

Κουμανιώτικες Ανέκδοτες Ιστορίες

του Χαράλαμπου Σ. Παπαγιάννη

Κλικ στην κατωτέρω εικόνα για να συνδεθείτε.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ (δική μας).
Πηγή: wikipedia
Το Κούμανι (ή ο Κούμανης) είναι ένα χωριό της ορεινής Ηλείας.
Απέχει 50 χιλιόμετρα από τον Πύργο, 70 χλμ. από την Πάτρα και 90 χλμ. από την Τρίπολη.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση το χωριό δημιουργήθηκε τον 13ο αιώνα όταν ήρθε στην περιοχή ο Ιωάννης Καντακουζηνός με τον στρατό του που περιελάμβανε άντρες από την φυλή των Κουμαναίων. Κάποιοι από αυτούς τους στρατιώτες εγκαταστάθηκαν μόνιμα αρχικά στην Αχαΐα στο σημερινό Κούμανι Αχαΐας και έπειτα στην περιοχή όπου οίκισαν το χωριό δίνοντας του το σημερινό του όνομα




Share/Bookmark

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

on Δημοσίευση σχολίου

Ο Ξενιτεμένος - Διήγημα

Διήγημα: του Χρήστου Χριστοβασίλη

Καμμιά δεκαριά γυναίκες του Μικρού-Χωριού, που είν' ψηλά στην αγκαλιά της ράχης, έπαιρναν νερό στην άκρη του Καλαμά, που σκίζει την Ήπειρο από βοριά κατά νοτιά.

Κάθε μια απ' αυτές ήθελαν και παραήθελαν ποιά να γιομίση πρίτερα, γιατί είταν η ώρα περασμένη και μια κατεβασιά μοναχά είταν στον όχτο του ποταμιού, κι' από κει έπρεπε να γιομίσουν τες βουτσέλλες τους, κατεβαίνοντας μια-μια, γιατί το μέρος της κατεβασιάς είταν στενό.
Οι νύφες όμως κι' οι τσιούπρες, αν κι' είταν από πολλή ώρα στην άκρη του ποταμού, άφιναν τες μεγαλύτερες, αν κι' αυτές έρχονταν αργότερα, γιατί η ηλικία χαίρει πολλά δικαιώματα στον τόπον εκείνον τον μισοάγριο.

Η μέρα εκείνη, που ψυχορραγούσε, είταν βροχερή. Γι' αυτό και το νερό του ποταμού είταν θολό. Οι Μικροχωρίτες, αν κι' έχουν γύρα τους άλλα ποταμάκια και ρεματιές με ξάστερα νερά, πάντοτε παίρνουν νερό από τον Καλαμά.

Τα υστερνά σύννεφα, που έκαναν το ηλιοβασίλεμα σα φλωρένιο κάμπο, λίγο κατ' ολίγο έγειναν μαύρα, φοβερά, κι' έλαβαν χίλιων λογιών μορφές, κι' η Νύχτα, που άρχισε ν' απλώνη τα φτερά της, έδινε ένα γλυκό φίλημα στο πρόσωπο της Ημέρας, που έφευγε, γέροντας πίσω από το φωτεινό όχτο, που φκιάνουν οι κορφές των βουνών, κι' επήγαινε περίλυπη να θαφτή στην απέραντη νεκρόπολη των περασμένων.

Ο ποταμός κατρακυλώνταν με θυμό, κι' η φωνή, που έβγαινε από τα νερά του, έκανε ένα είδος άγριας, περίφανης και μονότονης μουσικής, που χύνει απέραντο πέλαγο μελαγχολίας στην ψυχή.

Μια φωνή, ίσως της νιώτερης, από τες γυναίκες πώπαιρναν νερό εκεί, σηκώθηκε μ' ανυπομονησιά:

 — Ντέτεστε! καμμιά βολά, καημένες!, μας πήραν τα μεσάνυχτα στην ποταμιά!

Share/Bookmark

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

on 1 Σχόλιο

Ο Φίλος μου, ο Θανάσης της Μαρίνας

 Αναδημοσίευση            

του Θοδωρή Κ. Τρουπή

Τα αναγνωστικά βιβλία του δημοτικού σχολείου τα λέγανε φυλλάδες οι γονείς μας, τον καιρό που ήμουνα και εγώ μαθητής του δημοτικού.
Λέγανε ας ειπούμε: Η φυλλάδα της πρώτης, η φυλλάδα της δευτέρας κ.λπ. ίσαμε τη φυλλάδα της έκτης.
Και λίγοι ήσαν εκείνοι οι γονείς που αγόραζαν καινούργια φυλλάδα στα παιδιά τους, όταν προβιβάζονταν από τη μια τάξη –τη μικρότερη– στην άλλη τάξη – τη μεγαλύτερη. Ένας πατέρας που είχε, λόγου χάρη, πέντε παιδιά, αγόραζε, αν το αγόραζε κι αυτό, ένα βιβλίο –φυλλάδα– για κάθε τάξη.
Μ’ εκείνο το βιβλίο μάθαιναν όλα τα παιδιά του γράμματα.
Και σαν ξεσκόλιζαν τα παιδιά του –αγνώριστη πια η φυλλάδα ωσάν μπαρουτοκαπνισμένη λερή φουστανέλα του ’21– προσφερότανε δώρο πολύτιμο σε κάποιο συγγενόπουλο, κατά προτίμηση ορφανό, φτωχό, φτωχότερο απ’ όλα τ’ άλλα συγγενόπουλα.
Ένα τέτοιο συγγενόπουλο ήμουνα κι εγώ για τη φαμελιά του παππούλη του Λιατσόγιαννη.
Εκείνη τη χρονιά του ’43 ξεσκόλιζε ο μπάρμπας μου Παρασκευάς και θυμήθηκε η μάνα μου τη φυλλάδα του. Είχαν ανοίξει τα σχολεία κι εγώ ήμουνα χωρίς φυλλάδα. Πήγαινα και διάβαζα σε ξένες φυλλάδες ή το πρωί ή το βράδυ.
Με πήρε λοιπόν η μάνα μου μια Κυριακή απολείτουργα και πήγαμε στο σπίτι του παππούλη του Λιατσόγιαννη.

Share/Bookmark

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Σέρβου Αρκαδίας - Μια γνώριμη εικόνα για τους Σερβαίους, Video


WP_20151011_001.mp4
Posted by Vasilis Boras on Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015





Share/Bookmark

Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Η Λογική της Πυγμής


ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

61. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΥΓΜΗΣ

Hρώτησα :
— Aλλά τί ζητούν οι περίεργοι αυτοί Θηριάνθρωποι με τας Σάλπιγγας, και
δια ποίον σκοπόν σαλπίζουν και καταπί­νουν τους ανθρώπους, αφού προτήτερα τους μεταβάλλουν εις άνευ θελήσεως σκιάς του ιδίου εαυτού των;
— Ζητούν πως να δειχθή ο ένας ισχυρότερος από τον άλλον.
— Και αν συμβή
τούτο, θα ησυχάσουν τουλάχιστον δια ν' αποκτήση και πάλιν η φύσις την γαλήνην της;
— Ούτε τότε. Η πλεονεξία είνε το κύριον χαρακτηριστικόν όλου του ζωϊκού κόσμου, και προπάντων του Ανθρώπου. Διότι ο Άνθρωπος έχει συγκεντρώση εις τον οργανισμόν του τας ιδιότητας όλων των ζώων, αι οποίαι είνε ελαττώματα δια την «αυστηράν ηθικήν», που την εφαντάσθη και την εδημιούργησεν αυτός ο ίδιος, ακριβώς δια να περιορίση τα ελατ­τώματα του. Λοιπόν εκείνο που συμβαίνει εις ένα άνθρωπον, συμβαίνει και εις το σύνολον των ανθρώπων και αυτό είνε μάλιστα χειρότερον : διότι ένα άτομον, όσον διεφθαρμένον και αν είνε, έχει πάντοτε εις ένα βαθμόν την συνείδησιν της. διαφθοράς του· απόδειξις είνε, ότι την εξασκεί συνήθως με κάποιαν προφύλαξιν. Αλλ' ένα σύνολον ανθρώπων είνε απο­λύτως ασυνείδητον. Δια τούτο, μέσα εις την συνολικήν ορμήν των ζωωδών ενστίκτων του, κάθε μερική ηθική αντίδρασις των ολίγων, όχι μόνον δεν ενεργεί ευεργετικώς, αλλά το ε­ναντίον : ερεθίζει και επαυξάνει την ορμήν της ανηθικότητος.


Share/Bookmark

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Η Μάνα


της Μαρίας Παναγοπούλου

«... Μάνα,
δεν βρίσκεται λέξη καμμία,
νάχει στον ήχο της τόση αρμονία.
Σαν ποιός να σ' άκουσε με στήθος κρύο,
Ὀνομα Θείο...»

Του Μάη 8. Η παγκόσμια Γιορτή της Μητέρας. (Τι χρειάζεται;)
Αμέτρητα τ' άφιερώματα σ' έκείνην που συντελείται μέσα στα σπλάχνα της το θαύμα τής Δημιουργίας.
Στίχοι, Μουσική, Ζωγραφική...
Κρινολούλουδα και ζουμπούλια το δικό μου γραφτό -αφιέρωμα – κι ας φοβάμαι τόσο πολύ των λέξεων την προδοσία - έτσι καθώς εξασθενούν στη διαδρομή από την καρδιά ως την άκρη τής πένας...
Μάνα!
Ευλογημένη η Ἀγια της μορφή σε κάθε κόχη της Γης, σε κάθε εποχή. Μα απ' όλες πιο ευλογημένη η χωριάτισσα Μάνα.

Share/Bookmark

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Πρωτομαγιά



της Μαρίας Παναγοπούλου

protomagia 500

Που καιρός και καρδιά για γιορτές ξεφαντώματα με στεφάνια από ρόδα και κρίνα, για τους ανθρώπους του χωριού μου την Πρω­τομαγιά!
Μαζεμένες έπεφταν οι δουλειές τούτη την εποχή, και μάτια o κόσμος μας δεν είχε παρά μονάχα για τον ουρανό.
«Να κρατήσει ο Θεός», για να ξεχυθεί σε χωράφια, κήπους κι αμπέλια, για βότανο, φύτεμα, σκάλο...
Χρώματα, ήχους κι ευωδιές, μαλάματα τού φεγγαριού και του ήλιου, ποιος είχε μάτια να τα ίδεί και να τα προσέξει! Φύση δεν ήταν άλλο από το χώμα, το φτωχό και λίγο, που ήθελε ολοχρονίς «περέτεμα» για να δώσει ανάλογους - φτωχούς και λίγους - τους καρπούς του, για τη ζωή ανθρώπων και «ζωντανών».
Και για τα τσακισμένα από τον κάματο κορμιά, γλύκα περισσό­τερη από τον μολυβένιο ύπνο της νύχτας δε γινότανε...

Share/Bookmark

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Ο Γκεσούλης - Διήγημα

Διήγημα: του Χρήστου Χριστοβασίλη

Γκεσούλης λέγουνταν εκείνο το λαμπρό σκυλί! 
Τ' όνομα του Γκεσούλη έχουν όλα τα σκυλιά που 'ναι στο κορμί μαύρα και άσπρα στο λαιμό και στην κοιλιά. Αυτό το είδος του χρωματισμού των σκυλιών έχει λευκώματα και στα ποδάρια, πότε στα τέσσερα και πότε σε λιγότερα, και κάτι καστανές γραμμές κάτω από τα μάτια. Τώρα γιατί τα σκυλιά πόχουν αυτόν τον χρωματισμό λέγουνται Γκεσούληδες, δεν μπορώ να σας το ειπώ, γιατί είναι ξένο προς το θέμα μας, κι έρχουμαι στο Γκεσούλη μου.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ τώρα έγινε στην Ήπειρο, και λέγω ιστορία, γιατί το διήγημα μου είναι αληθινό, κι ούτε πολλά χρόνια είναι πόγινε το πράμα.

Share/Bookmark

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Μεγαλοβδόμαδο στο χωριό


της Μαρίας Παναγοπούλου






«... Τον Νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον...»

Παίρνει τη στράτα ο νους για το χωριό, προσταγμένος άπ' την καρδιά που λαχταράει αισθανθεί σαν τότε, και δεν το μπορεί εδώ στις εκκλησίες της πολιτείας, με τ' ασημοκάντηλα, τους καλλίφωνους ψάλτες, και τους ηλεκτρικούς πολυελαίους, με το καταλυτικό τους φως...
Εκεί, στην ταπεινή κι απέριττη εκκλησούλα του, στη γαλήνη της φύσης, θα μπορέσει να ξαναζήσει το αλλιώτικο των ημερών της Μεγάλης Βδομάδας.
Από την ευωδιαστή Κυριακή του «Βαγιώνε» ίσαμε τη Λαμπρή στιγμή της Ανάστασης θα παρακολουθήσει στις «ολονυχτίες» που λυπητερά σημαίνει η καμπάνα βήμα το βήμα, ανάσα την ανάσα, τα Θεία Πάθη.

Share/Bookmark

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Προσμένοντας το Πάσχα στο χωριό τα παλιά χρόνια

της Μαρίας Παναγοπούλου
Αναδημοσίευση
Πηγή: Servou.gr



 «...Γλυκός ο ύπνος την αυγή,
γδυτός ο κώλος τη λαμπρή...»

-Γιατί το λεν αυτό γιαγιά;
-Στον καιρό μας υφαίναμε τα Λαμπριάτικα. Τώρα φορούν αγοραστά.Μεταξωτά, βελούδα, μάλλινα... Κι από χρώματα να θαμπώνουν τα μάτια. Μυριάδες φορές ομορφότερα... Τούτο δε  λέει ότι χαιρόμαστε λιγότερο. Μεγάλη Λαμπρή είναι εφτούνη!...
Μεγάλη! Κι έρχεται κούτσα-κούτσα, μέρα βραδιάζει, μέρα ξημερώνει... Φουντώνει η λαχτάρα στα στήθια... Τα μάτια προσπαθούν να πιάσουν τ΄  όνειρο καθώς κινείται από το «πέρα» στο «κατά».
-Πότε θα φτάσει;
-Με την ώρα της. Νάχετε υπομονή. Μεγάλη Λαμπρή την είπανε. Πως θα την αισθανθείτε αν δεν καρτερέστε;
Δεν ξεστομίζεις το «για πόσο». Μένεις με τον καημό να καρτεράς, μέρα βραδιάζει, μέρα ξημερώνει. «...Τώρα κοντά την Λαμπρή...». Θάρθουνε λέει οι μαστόροι απ΄το ταξίδι με λεφτά και καλούδια... Ο πατέρας γέμισε το μαγαζί πραμάτειες. Σαρακοστιανά φαγώσιμα, ψιλικά και υφάσματα. Πολλά υφάσματα, ως πάνω τα ράφια.  ...Κόκκινα, πράσινα, πορτοκαλιά, γαλάζια...

Share/Bookmark

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

on Δημοσίευση σχολίου

Ο Γκιώσος μου - διήγημα


Share/Bookmark

Αρτοζήνος το μυθικό βουνό




Δημοφιλείς αναρτήσεις

Επικοινωνία