Κυριακή 30 Μαρτίου 2014
Salvador Dalí Paintings - Slideshow
Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
Ποίημα: Γιώργου Σεφέρη
― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Aθήνα, Aνοιξη '38

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Aθήνα, Aνοιξη '38
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014
Ο κλέφτης Δήμος
Στην προ της Επαναστάσεως
χρονική περίοδο στην ευρύτερη περιοχή
του χωριού Σέρβου έδρασε ο Κλέφτης Δήμος, ο οποίος καταγόταν από το χωριό
Αράπηδες, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση δυτικά του Σέρβου.
Η δράση του είχε ενοχλήσει σοβαρά την τότε εξουσία του δυνάστη, που προέβη σε αντίποινα καταστρέφοντας την περιουσία, που είχε στο χωριό Αράπηδες.
Η τοποθεσία τα πέντε αλώνια, που αναφέρεται στο τραγούδι είναι κοντά στο χωριό Ψάρι Ηραίας.
Η ορεινή διαμόρφωση της περιοχής, οι πολλές σπηλιές στα βουνά και οι πολεμίστρες που φαίνονται σε μερικές από αυτές, τα βαθιά φαράγγια, όπως αυτό της Γκούρας, που βρίσκεται μεταξύ των χωριών Σέρβου και Ψάρι δεν μπορούσαν παρά να αποτελέσουν το φυσικό καταφύγιο, αλλά και ορμητήριο Κλεφτών, όπως ο Δήμος.
μαράθηκε κι ο Δήμος από τα κλάηματα
βγαίνει στα πέντ' αλώνια κι αγνάντια στο χωριό
βλέπει φωτιές να καίνε μες' τα σπίτια του
κι ένα κακό μεγάλο μες' στα πρόβατα
Ψιλή φωνίτσα βγάζει, όση του δίνεται
Κι η μάνα του του λέει και τον παρηγορεί
σώπα παιδί μου Δήμο και μην πικραίνεσαι
εγώ σπίτια σου φτιάχνω πύργους γυάλινους
Δεν κλαίω εγώ τα σπίτια μήτε τα πρόβατα
μον' κλαίω για τη γυναίκα κλαίω για τα παιδιά.

Η δράση του είχε ενοχλήσει σοβαρά την τότε εξουσία του δυνάστη, που προέβη σε αντίποινα καταστρέφοντας την περιουσία, που είχε στο χωριό Αράπηδες.
Η τοποθεσία τα πέντε αλώνια, που αναφέρεται στο τραγούδι είναι κοντά στο χωριό Ψάρι Ηραίας.
Η ορεινή διαμόρφωση της περιοχής, οι πολλές σπηλιές στα βουνά και οι πολεμίστρες που φαίνονται σε μερικές από αυτές, τα βαθιά φαράγγια, όπως αυτό της Γκούρας, που βρίσκεται μεταξύ των χωριών Σέρβου και Ψάρι δεν μπορούσαν παρά να αποτελέσουν το φυσικό καταφύγιο, αλλά και ορμητήριο Κλεφτών, όπως ο Δήμος.
Το τραγούδι του Δήμου
Μαράθηκαν τα δέντρα κι όλα τα κλαριάμαράθηκε κι ο Δήμος από τα κλάηματα
βγαίνει στα πέντ' αλώνια κι αγνάντια στο χωριό
βλέπει φωτιές να καίνε μες' τα σπίτια του
κι ένα κακό μεγάλο μες' στα πρόβατα
Ψιλή φωνίτσα βγάζει, όση του δίνεται
Κι η μάνα του του λέει και τον παρηγορεί
σώπα παιδί μου Δήμο και μην πικραίνεσαι
εγώ σπίτια σου φτιάχνω πύργους γυάλινους
Δεν κλαίω εγώ τα σπίτια μήτε τα πρόβατα
μον' κλαίω για τη γυναίκα κλαίω για τα παιδιά.
Μνημείο προς τιμή του κλέφτη Δήμου στους Αράπηδες |
Ο οικισμός Αράπηδες |
Ο κλέφτης Δήμος
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014
Ρόδου μοσχοβόλημα
Ποίημα: Κωστή Παλαμά
Eφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.
Mα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Mαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια.

που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.
Mα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Mαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια.
Ρόδου μοσχοβόλημα
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014
Πήρε ο Μάρτης δώδεκα ...
Πήρεν ο Μάρτης δώδεκα κι Απρίλης δεκαπέντε,
βγήκαν οι βλάχοι στα βουνά, κι όλα τα τσελιγκάτα,
του Παναγιώτ' τα πρόβατα δε φάνηκε να ήρθαν,
μείναν στους κάμπους μοναχά και δίχως τα κουδούνια,
πήγε κι η Παναγιώταινα με το παιδί στα χέρια,
νύχτα επήρε τ' άλογο, νύχτα το καλιγώνει,
και νύχτα καβαλίκεψε στα πρόβατα να πάει,
από μακριά τους ρώτησε και τους καλημερίζει:
- Παιδιά μου τι σας λείπεται, τι είστε λερωμένα;
- Ο Παναγιώτης λείπεται εδώ και δέκα μέρες.
βγήκαν οι βλάχοι στα βουνά, κι όλα τα τσελιγκάτα,
του Παναγιώτ' τα πρόβατα δε φάνηκε να ήρθαν,
μείναν στους κάμπους μοναχά και δίχως τα κουδούνια,
πήγε κι η Παναγιώταινα με το παιδί στα χέρια,
νύχτα επήρε τ' άλογο, νύχτα το καλιγώνει,
και νύχτα καβαλίκεψε στα πρόβατα να πάει,
από μακριά τους ρώτησε και τους καλημερίζει:
- Παιδιά μου τι σας λείπεται, τι είστε λερωμένα;
- Ο Παναγιώτης λείπεται εδώ και δέκα μέρες.
Πήρε ο Μάρτης δώδεκα ...