Διήγημα: Ανδρέα Καρκαβίτσα
- Α - απ! καπιτάνι μ’... Βάστα καλά κι τσ φάγαμι!...
Ο Παντελέως Μπάφας ή Ταράνανας ήταν σκάπουλος και καφετζής. Σαν
σκάπουλος είχε το δικαίωμα να ψαρεύει ολοχρονικίς στη λίμνη, σε «πάγανα
νερά» ή σε «ξεπέζεμα», εδώθε στους Ζάγαρδους ή πέρα στα Λάκκωμα. Και
όπως ήθελε: με καμάκι είτε με πρυά είτε και με σταφνοκάρι μπροστά στις
Καμάρες. Σαν καφετζής του Καλλιαντέρη, κοιμότανε δεκαπέντε ώρες το
ημερονύχτι, ξεφύλλιζε καλάμια κι έπλεκε πήρες τις άλλες πέντε και τις
υπόλοιπες κουβαλούσε νερό και φωτιά στους πελάτες του.
Μα έξω απ’ αυτά τα φανερά και νόμιμα επαγγέλματα, ο Ταράνανας είχε,
κατά την τοπική συνήθεια, άλλα δυο μυστικά και παράνομα. Πουλούσε καπνό
αφορολόγητο και καλλιεργούσε αλυκές άγνωστες στο Δημόσιο. Οπωσδήποτε με
τούτα και με τ’ άλλα ήταν σε θέση να καλοκυβερνά το σπίτι του - σπίτι με
μια γυναίκα μισότριβη κι ένα σκυλί κοψαφτισμένο και δυο κλώσες με τα
κλωσοπούλια τους - και να βάφει κάθε τόσο το προιάρι του. Κατόρθωνε
ακόμη, για το καλό, να πηγαίνει ταχτικά φουστανελάς κι ασημοφορτωμένος
σαν αρματολός στο πανηγύρι τ’ Αϊ-Σημιού· να δίνει από μια στάμνα
μπαρούτη στους τρομπονιέρηδες της Λαμπρής, όταν βγάνουν τα Κονιάματα·
και μια φορά το μήνα - όχι περισσότερες - να γλεντά με την ασημένια
φωνή και το λαγούτο του Μπαταριά στα βελούχια.

Ηρώων τέκνα