Διήγημα: της Μαρίας Παναγοπούλου
«...'Ο Φτωχός ό Φίλιππος στό χωράφι απόκρευε...»
- Άμ' ποιος τά είδε καί τά λέει..., τάχα τή σκέψη της φωνάζοντας πέταγε ή γιαγια-Καλή τήν παρατήρηση.
Συνήθεια τόχε, μέ τήν άντίρρηση στις κουβέντες, νά πετυχαίνει νάχει τό λόγο έκείνη πάντα τό στερνό.
- Σώπα, σώπα, κυρα-Καλή, χριστιανούλα μου!... Μήν κολάζεσαι πού είμαστ’ άξιοι οί άντρώποι νά κρίνουμε τά θεϊκά, τήν άντίκοβε άσυνήθιστα θαρρετά ή γιαγιά κάνοντας τό Σταυρό της.
«... ' Εγώ δέν τόβγαλ’ άπό τό μυαλό μου καί τό λέου...» συνέχιζε. «... Τούτο τό ξέρει ό κόσμος ούλος!... Ούλ' ή άργατιά καί ή ξωμαχιά, πάππου πρός πάππου, έχει νά κάνει μέ τό θάμα τούν' Άγιο-Φιλλίππουνε... "Ενα βόιδι μοναχά είχε ό Άγιο-Φίλιππας, καί κείνο τόσφαξε σά σήμερα τό βράδυ, παραμονή τού Σαραντάημερου ν' άποκρέψει, γυρίζοντας αποσταμένος άπό τ' όργωμα καί τήν αυγή τί νά ίδεί!... Τό βόιδι του ολοζώντανο στό παγνί, νά ζεσταίνει μέ τό γνώτο του τή χαμοκέλα!... "Ετσι πού λές, κιά δέ μέ πιστεύεις έμένανε, κυρα-Καλή μου, ρώτα τόν άδελφό σου κι άφέντη μου, πού ξέρει ούλα τ' άγιωτικά νά σου τά ειπεί καλύτερα...».