ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: 31. O ΧΡΥΣΟΣ
Hρώτησα :
— Αλλά, θεέ μου! ποίος εφεύρε τον τραγέλαφον αυτόν, που δεν τον εκατάλαβαν ποτέ οι άνθρωποι;
Ο Δαίμων εξεκαρδίσθη από τα γέλια.
— Είναι μία φαιδρά ιστορία· ακουσέ την. Την ημέραν που ο θεός εσκέφθη να γράψη ως επικεφαλίδα εις τον μεγάλον Τόμον του Ηθικού Νόμου την λέξιν «ΤΙΜΗ», ο Διάβολος εφρένιασεν από την λύσσαν του.
— Φαίνεται ότι θα την είχεν εννοήση πολύ καλά την σημασίαν της.
— Ω ! ναι και καλύτερα μάλιστα από τον θεόν διότι δεν είνε τίποτε ερμηνευτικώτερον και εκφραστικώτερον δια μίαν «θέσιν», από την ιδίαν άρνησίν της. Άλλως τε, τούτα αποδεικνύεται και από την αμερημνησίαν του θεού ν' αφήση την Τιμήν αφρούρητον, μίαν φοράν που την εφεύρε.
Τότε ο διάβολος εχώθη από την λύσσαν του και από την εντροπήν του μέσα εις την γην και ήρχισε να την σκάπτη με τα νύχια του, είτε δια να σπάση πλέον τα νύχια του ως άχρηστα, είτε δια να φθάση εις τον ομφαλόν της γης και να την ανατινάξη εις το χάος.
»Φαίνεται όμως, πως εκεί που έξυνεν επίμονα το χώμα, τα νύχια του εσταμάτησαν επάνω εις κάτι σκληρόν, που εκίνησε την προσοχήν του' το εξήτασε καλά και εσκέφθη :
—· »Αυτό δεν είνε μέρος από το χώμα, που έπλασε ο θεός τον άνθρωπον και του εκληροδότησε την Τιμήν. Όχι! είναι κάτι στιλπνότερον και περισσότερον βαρύ και συμπαγές. Ας δοκιμάσωμεν».

Ο Χρυσός