Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Γ. Κωνσταντινόπουλου
«Η Μαθητεία στις Κομπανίες των Χτιστών της Πελοποννήσου»
Αθήνα 1987
Της μαστοριάς τα βάσανα,
της ξενιτειάς τα πάθη
τα είδε ο ήλιος κι έσβησε
και το φεγγάρι εχάθη.
Τ ακούσανε κ οι θάλασσες
και φούσκωσαν το κύμα:
στην ξενιτειά, στη μαστοριά,
είσ’ ό μισός στο μήμα.
Και οι ίδιοι οι μαστόροι στις διηγήσεις τους, και όσοι ασχολήθηκαν με τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών, υπογραμμίζουν με τα μελανότερα χρώματα τη ζωή των μαστόρων στα ξένα.
Θα χρειαζόταν ολόκληρος τόμος για να καταγραφούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι χτίστες, και κυρίως οι μαθητευόμενοι, στους ξένους τόπους.
Εδώ όμως δεν είναι δυνατόν παρά να επισημανθούν μερικές μόνο όψεις της «αγαρηνής τέχνης», όπως η κουραστική δουλειά, η μεγάλη διάρκεια του ωραρίου εργασίας, η σεξουαλική στέρηση, οι συνθήκες διατροφής και διαμονής.
Το ημερήσιο ωράριο εργασίας των χτιστών, σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχε κρατική παρέμβαση στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ή αυτή ήταν υποτυπώδης, οριζόταν «ήλιο με ήλιο» ή «άστρι μ’ άστρι» δηλαδή, από την ανατολή ώς τη δύση του ηλίου[1], με μικρή μόνο διακοπή για το κολατσιό και το μεσημεριανό φαγητό[2].