του Βαγγέλη Κ. Χριστοπούλου

Στην μια πλευρά και στην άλλη στα σαμάρια ήταν δεμένες με τριχιές μικρές σανίδες λασπωμένες για να φορτώνουν και να κουβαλούν τις πέτρες.
Και πανογώμι φάγνα για τα ζα και κρεμασμένα στα πισάρια και στα μπροστάρια τράστα,λινάτσες, σακιά με τρόφιμα και άλλα χρειαζούμενα. Έτσι προχωρούν από το ένα χωριό στο άλλο. Σε ένα ζώο έχουν φορτώσει τα τσιόλια τους για να κοιμούνται, όμορφα φορτωμένα σαν τα προικιά της νύφης.
Πίσω από τα ζώα ακολουθούν οι άντρες, λασπωμένοι, αξούριστοι, κουρασμένοι, μπαϊλντισμένοι τραβούν άκεφοι το δρόμο τους. Ξαμώνουν και φοβερίζουν τα ζώα να πάρουν τα πόδια τους. Τα μαστορόπουλα, άλλα πίσω από τα ζα, άλλα μόνα τους μισοξυπόλυτα, αγουροξυπνημένα, άψητα ακόμα στη δουλειά, ακολουθούν με πρόσωπα χλωμά και αγέλαστα.
Όλοι έχουν αγωνία! Θα βρούνε δουλειά;