Διαδρομή προς το χωριό Σέρβου - Slideshow          ΧΔ

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Ο Χαρταετός - Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, διαβάζει η 'Ελλη Λαμπέτη - Video

Ο Χαρταετός
Ποίηση: Οδυσσέα Ελύτη - από τη Συλλογή «Μαρία Νεφέλη»
 

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
εμένα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος”
όλο δέντρα πον έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. .

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: “δεσποινίς”
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι “πάνω άνθρωποι” έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους “κάτω”·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια”
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι ” Ή Άννέτα με τα σάνταλα”
” Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης”
το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει”
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα”.
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.



Share/Bookmark

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

on 1 Σχόλιο

Μικρός 'Ηρωας - Γιώργος Θαλάσσης - (video)



Τραγούδι: Ο μικρός ήρωας
Στίχοι/Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Τραγουδούν οι Λ. Κηλαηδόνης- Δ. Δημοσθένους - Η. Σάϊα


Ο Μικρός Ήρως ήταν εβδομαδιαίο ανάγνωσμα που συνέγραψε ο Στέλιος Ανεμοδουράς και διάνθισε με σκίτσα του ο Βύρων Απτόσογλου για μία ολόκληρη 16ετία, από το 1953 έως το 1968 όταν και διακόπηκε για λόγους που είχαν άμεση σχέση με την επιβολή λογοκρισίας που εφάρμοσε το τότε δικτατορικό καθεστώς.
Πρόκειται για τις περιπέτειες τριών ηρωϊκών Ελληνόπουλων (του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του "Σπίθα") κατά τη διάρκεια της κατοχής και του αγώνα τους απέναντι σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες.
Ο Στέλιος Ανεμοδουράς (1917 - 2000) ήταν δημοσιογράφος, εκδότης και συγγραφέας του ιστορικού αναγνώσματος Ο Μικρός Ήρως. Με το έντονο αφηγηματικό του ύφος σφράγισε μια μεγάλη περίοδο της Ελληνικής ιστορίας, τα δύσκολα δηλαδή χρόνια που ακολούθησαν τις περιπέτειες του πολέμου, της κατοχής και της εμφύλιας σύρραξης.
Πηγή: Wikipedia



Share/Bookmark

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Η δύναμη της μητέρας φύσης - (Video) - Power of Mother Nature 1080p HD


Power of Mother Nature 1080p HD




Share/Bookmark

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Οι τρείς λίρες - (παραμύθι από την προφορική παράδοση της Λέρου)

Αναδημοσίευση
Πηγή: http://dim-ag-marin-lerou.dod.sch.gr/selides/el/param11.htm

Ήταν, λέει η γιαγιά μου, ένα ανδρόγυνο στην Ανατολή. Μόλις είχαν παντρευτεί και ήθελαν να δουλέψει ο άντρας, για να μπορεί να ζήσει τη γυναίκα του. Έψαχνε για δουλειά και δουλειά στο χωριό δεν υπήρχε. Εντωμεταξύ, η γυναίκα έμεινε έγκυος, έπρεπε να φάει, πώς θα γεννιόταν το παιδί της!

Πήρε λοιπόν των ομματιών του, να πάει να βρει δουλειά μέσα στην ανατολή. Περπάταγε μέρες τρεις, δε βρήκε κανένα μέρος να σταθεί. Την τέταρτη μέρα βρήκε ένα χωριό, δούλεψε λίγο, πήρε λίγο ψωμί και συνέχισε να περπατά, γιατί τότε δεν υπήρχαν ούτε σιδηρόδρομοι ούτε αυτοκίνητα.

Στις δέκα μέρες, βρέθηκε σ’ ένα πιο μεγάλο κτήμα, όπου πάει και παρακαλετά λέει:
«Είμαι πεινασμένος, διψασμένος. Σε παρακαλώ, δώσε μου λίγο ψωμί, λίγο νερό και ’γώ θα σου δουλέψω».
Τον κοίταξε ο άνθρωπος, που είχε το κτήμα, του λέει: «Εγώ θα σε κρατήσω».

Share/Bookmark

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Η Αννιώ

Διήγημα: του Κ. Χατζόπουλου

Μα ας είχε τα μάτια κλειστά ο έμπορoς, φαίνεται δεν κοιμόταν κι άκουσε την ιστορία του γιατρού, γιατί το άλλο βράδυ μας είπε και κείνος τη δική του.
Συνηθίζουνε στα χωριά μας —έτσι κάπως άρχισε— και μας ξενιτεύουνε μικρούς. Στη Βλαχιά και στη Ρουσία και τώρα ύστερα και στην Αμερική· ο τόπος μας είναι στενός· βουνά, τσουκάρια, γκρεμοί και σάρες. Δε βγάζει τίποτες η γης, δε μας φτάνει να ζή­σουμε. Και γω, σαν έμαθα δύο τρία γράμματα, έπρεπε να φύγω. Και σα δεν είχε η μάνα μου κανένανε δικό στη Ρουσία ή στη Βλαχιά, μ’ έστειλε κάτω στην πόλη. Ήταν εκεί ένας μπάρμπας μου που έκανε κουτσοδουλειές στο πόδι και κείνος μ’ έβαλε σ’ ένα μπακάλικο να τρώω στην αρχή μόνο ψωμί.

Share/Bookmark

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Η λυγερή στον Άδη - Δημοτικό, παραδοσιακό

Καλά το ‘χουνε τα βουνά, καλόμοιρ’ είν’ οι κάμποι,
που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,
το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια.

Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.
Ο ένας να βγει την άνοιξη, κι άλλος το καλοκαίρι,
κι ο τρίτος το χινόπωρο, οπού είναι τα σταφύλια.
Μια κόρη τούς παρακαλεί, τα χέρια σταυρωμένα.
«Για πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνου Κόσμο.
- Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη.
Βροντομαχούν τα ρούχα σου κι αστράφτουν τα μαλλιά σου,
χτυπάει το φελλοκάλιγο και μας ακούει ο Χάρος.
- Μα γω τα ρούχα βγάνω τα και δένω τα μαλλιά μου,
  κι αυτό το φελλοκάλιγο μες στη φωτιά το ρίχνω.
  Πάρτε με, αντρειωμένοι μου, να βγω στον Πάνω Κόσμο,
  να πάω να ιδώ τη μάνα μου πώς χλίβεται για μένα.
- Κόρη μου, εσένα η μάνα σου στη ρούγα κουβεντιάζει.
- Να ιδώ και τον πατέρα μου πώς χλίβεται για μένα.
- Κόρη μου, κι ο πατέρας σου στο καπελειό είν’ και πίνει.
- Να πάω να ιδώ τ’ αδέρφια μου πώς χλίβονται για μένα.
- Κόρη μου, εσέν’ τ’ αδέρφια σου ριχτούνε το λιθάρι.
- Να ιδώ και τα ξαδέρφια μου πώς χλίβονται για μένα.
- Κόρη μου, τα ξαδέρφια σου μες στο χορό χορεύουν».

Κι η κόρη ναναστέναξε βαθιά στον Κάτω Κόσμο,
κι ανάψανε τα καπηλειά, κι εκάησαν οι ρούγες,
εκάη και το λιθόρεμα, πόριχταν το λιθάρι,
εκάη κι η δίπλη του χορού, π’ εχόρευε η γενιά της.



Share/Bookmark

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

on 1 Σχόλιο

Ο πραματευτής - Δημοτικό - παραδοσιακό (Παραλογαίς)

Ανδρούτσος ο πραματευτής, Ανδρούτσος ο στρατιώτης,
από ψηλά κατέβαινε κι' από τα κορφοβούνια.
Σέρνει πουλάρια αφόρτωτα, μουλάρια φορτωμένα,
κ' η μούλα η χρυσοσκέπαστη βαστάει το νιόν αφέντη.
Ο νιος αποκοιμήθηκε 'ς τη μούλα καβαλλάρης,
κ' η μούλα παραστράτησε και πήρεν άλλη στράτα,
πήρε τη στράτα των κλεφτώ, των καπιταναραίων.
Κι' ο νιος όταν εξύπνησε κ' ευρέθη 'ς άλλη στράτα,
στέκει και διαλογίζεται και διασκορπάει το νου του.
"Τάχα μην είναι κλέφταις δω, μην είναι χαραμήδες;"

Το λόγο δεν απόσωσε κ' η συλλογή του κράτει,
κ' η κλεφτουριά ξεφάνηκε σαράντα δυο νομάτοι.
Άλλοι του κόφτουν τοις τριχαίς, άλλοι του ξεφορτώνουν.
Στέκει και τους παρακαλεί να μην τα ξεφορτώνουν.
"Παιδιά, μην ξεφορτώνετε τα έρημα μουλάρια,
γιατ' είμαι ο μαύρος μοναχός δεν μπορώ να φορτώσω,
μου πλήγιασαν τα στήθη μου, φορτώντας ξεφορτώντας.
-Βρε ιδές του σκύλου το υγιό, της κούρβας το κοπέλλι,
δεν κλαίει το κεφάλι του, μόν' κλαίει τα μουλάρια!
Μωρ' πού είστε, παλληκάρια μου, φωνάζει ο καπετάνιος,
βαρείτε του μια χαντζαριά 'ς τον τόπο ν' απομείνη."
Ο ένας του δίνει μαχαιριά, κι' άλλος με το κοντάρι,
κι' ο τρίτος πιο κακός φονιάς τρεις χατζαριαίς του δίνει.
'Σ το χώμα νέπεσεν ο νιος αιματοκυλισμένος,
βαριά βαριά αναστέναξε, βαριά βογγά και λέει.
"Μη μου βαρήτε, βρε παιδιά, αφήτε τη ζωή μου,
γιατί έχω αδέρφι ναρχηγό, 'ς τους κλέφταις καπετάνιο."
Ως άκουσεν η κλεφτουριά, ως άκουσεν ο πρώτος,
εκείνος που του βάρεσε τρεις χαντζαριαίς, του λέει.
"Πες μας, να ζης, πραματευτή, πούθε κρατεί η γενιά σου;
-Τέτοια καρδιά σκληρόψυχη βαστάτε οι μαύροι κλέφταις,
τον άνθρωπο τον σφάζετε κ' ύστερα τον ρωτάτε!
Η μάννα μου απ' τα Γιάννενα κι ο κύρης μου απ' την Πόλη,
είχα και Γιάννην αδερφό, σηκώθη πρώτος κλέφτης.
-Πες μας, να ζης, πραματευτή, σημάδια ταδερφού σου.
-Είχεν ελιά 'ς το μάγουλο κ' ελιά 'ς την αμασκάλη,
και 'ς το μικρό του δάχτυλο τον πρώτον αρραβώνα."

'Σ την αγκαλιά τον άρπαξε και 'ς το γιατρό τον πάει.
"Γιατρέ μου, σε παρακαλώ, γιατρέ, σε παραγγέλνω,
να μου γιατρέψης γλήγορα τούτον το λαβωμένο.
Α θέλης χίλια έπαρ' με, α θέλης δυο χιλιάδες,
α θέλης και το μαύρο μου, που στέκει αρματωμένος.
-Εγώ πολλούς εγιάτρεψα μαχαιροσκοτωμένους,
αν είναι ξένη μαχαιριά, εγώ να τον γιατρέψω,
αν είναι αδερφομαχαιριά καμιά γιατρειά δεν έχει."

Το χρυσομάχαιρο έβγαλε απ' ταργυρό θηκάρι,
ψηλά ψηλά το σήκωσε και 'ς την καρδιά το μπήγει.

Τους πήραν και τους θάψανε τους δυο 'ς ένα μνημούρι.



Share/Bookmark

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821)

Κλικ στην κατωτέρω εικόνα για να συνδεθείτε.
 Πηγή: http://el.wikipedia.org


Share/Bookmark

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Ο θρήνος των βωδιών

Διήγημα: του Δημοσθένη Βουτυρά


Share/Bookmark

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

on Δημοσίευση σχολίου

Δυό ήλιοι δυό φεγγάρια , παραδοσιακό Σκύρου (Video)





Share/Bookmark

Αρτοζήνος το μυθικό βουνό




Δημοφιλείς αναρτήσεις

Επικοινωνία