Τετάρτη 16 Απριλίου 2014
Ο Αλιβάνιστος
Διήγημα: Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν, ανά
την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θειά Μολώτα, κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η
Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι
ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος.
Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς και
κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο
ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον,
άλλως θα το είχε καταστρέψει κι' αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι
τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του
ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κ' η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την
βρύσιν του Δασκαλειού.
Σάββατο 12 Απριλίου 2014
Σέρβου - Πάσχα 2014
Πρόσκληση και ευχές από το Σύνδεσμο Σερβαίων
Πασχαλινές Λαμπάδες χειροποίητες, κατασκευής Συνδέσμου Σερβαίων
Θα διατίθενται στο χωριό Σέρβου στους πατριώτες και τους φίλους του χωριού που θα πάνε εκεί για να γιορτάσουν το Πάσχα.
Το ιστολόγιό μας εύχεται
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ με υγεία και ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ
στα μέλη του Δ.Σ του Συνδέσμου, καθώς και σε όλους τους πατριώτες και τους επισκέπτες του ιστολογίου μας.
Θα διατίθενται στο χωριό Σέρβου στους πατριώτες και τους φίλους του χωριού που θα πάνε εκεί για να γιορτάσουν το Πάσχα.
Το ιστολόγιό μας εύχεται
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ με υγεία και ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ
στα μέλη του Δ.Σ του Συνδέσμου, καθώς και σε όλους τους πατριώτες και τους επισκέπτες του ιστολογίου μας.
Φωτογραφίες: από το Site Servou.gr
Σέρβου - Πάσχα 2014
Τετάρτη 9 Απριλίου 2014
Η Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου - Ποίημα Κώστα Βάρναλη
Σημείωση: Απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής Κώστας Βάρναλης
Ποίημα: Η Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου
Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.
Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.
Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!
Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.
Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.
Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.
Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.
Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!
Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.
Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!
Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!
― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!
K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!
Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!
Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),
η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...
Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.
Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!
Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!
Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.
Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:
― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.
Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.
Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.
Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.
Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".
Πηγή ηχητικού ντοκουμέντου: http://www.snhell.gr/
Η Μπαλάντα του κυρ-Mέντιου - Ποίημα Κώστα Βάρναλη
Κυριακή 30 Μαρτίου 2014
Salvador Dalí Paintings - Slideshow
Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
Ποίημα: Γιώργου Σεφέρη
― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Aθήνα, Aνοιξη '38

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.
― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.
― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Aθήνα, Aνοιξη '38
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014
Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014
Ο κλέφτης Δήμος
Στην προ της Επαναστάσεως
χρονική περίοδο στην ευρύτερη περιοχή
του χωριού Σέρβου έδρασε ο Κλέφτης Δήμος, ο οποίος καταγόταν από το χωριό
Αράπηδες, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση δυτικά του Σέρβου.
Η δράση του είχε ενοχλήσει σοβαρά την τότε εξουσία του δυνάστη, που προέβη σε αντίποινα καταστρέφοντας την περιουσία, που είχε στο χωριό Αράπηδες.
Η τοποθεσία τα πέντε αλώνια, που αναφέρεται στο τραγούδι είναι κοντά στο χωριό Ψάρι Ηραίας.
Η ορεινή διαμόρφωση της περιοχής, οι πολλές σπηλιές στα βουνά και οι πολεμίστρες που φαίνονται σε μερικές από αυτές, τα βαθιά φαράγγια, όπως αυτό της Γκούρας, που βρίσκεται μεταξύ των χωριών Σέρβου και Ψάρι δεν μπορούσαν παρά να αποτελέσουν το φυσικό καταφύγιο, αλλά και ορμητήριο Κλεφτών, όπως ο Δήμος.
μαράθηκε κι ο Δήμος από τα κλάηματα
βγαίνει στα πέντ' αλώνια κι αγνάντια στο χωριό
βλέπει φωτιές να καίνε μες' τα σπίτια του
κι ένα κακό μεγάλο μες' στα πρόβατα
Ψιλή φωνίτσα βγάζει, όση του δίνεται
Κι η μάνα του του λέει και τον παρηγορεί
σώπα παιδί μου Δήμο και μην πικραίνεσαι
εγώ σπίτια σου φτιάχνω πύργους γυάλινους
Δεν κλαίω εγώ τα σπίτια μήτε τα πρόβατα
μον' κλαίω για τη γυναίκα κλαίω για τα παιδιά.

Η δράση του είχε ενοχλήσει σοβαρά την τότε εξουσία του δυνάστη, που προέβη σε αντίποινα καταστρέφοντας την περιουσία, που είχε στο χωριό Αράπηδες.
Η τοποθεσία τα πέντε αλώνια, που αναφέρεται στο τραγούδι είναι κοντά στο χωριό Ψάρι Ηραίας.
Η ορεινή διαμόρφωση της περιοχής, οι πολλές σπηλιές στα βουνά και οι πολεμίστρες που φαίνονται σε μερικές από αυτές, τα βαθιά φαράγγια, όπως αυτό της Γκούρας, που βρίσκεται μεταξύ των χωριών Σέρβου και Ψάρι δεν μπορούσαν παρά να αποτελέσουν το φυσικό καταφύγιο, αλλά και ορμητήριο Κλεφτών, όπως ο Δήμος.
Το τραγούδι του Δήμου
Μαράθηκαν τα δέντρα κι όλα τα κλαριάμαράθηκε κι ο Δήμος από τα κλάηματα
βγαίνει στα πέντ' αλώνια κι αγνάντια στο χωριό
βλέπει φωτιές να καίνε μες' τα σπίτια του
κι ένα κακό μεγάλο μες' στα πρόβατα
Ψιλή φωνίτσα βγάζει, όση του δίνεται
Κι η μάνα του του λέει και τον παρηγορεί
σώπα παιδί μου Δήμο και μην πικραίνεσαι
εγώ σπίτια σου φτιάχνω πύργους γυάλινους
Δεν κλαίω εγώ τα σπίτια μήτε τα πρόβατα
μον' κλαίω για τη γυναίκα κλαίω για τα παιδιά.
| Μνημείο προς τιμή του κλέφτη Δήμου στους Αράπηδες |
| Ο οικισμός Αράπηδες |
Ο κλέφτης Δήμος
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014
Ρόδου μοσχοβόλημα
Ποίημα: Κωστή Παλαμά
Eφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.
Mα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Mαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια.
Eφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιάπου μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.
Mα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Mαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μου δάκρισαν τα μάτια.
Ρόδου μοσχοβόλημα
Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014
Πήρε ο Μάρτης δώδεκα ...
Πήρεν ο Μάρτης δώδεκα κι Απρίλης δεκαπέντε,
βγήκαν οι βλάχοι στα βουνά, κι όλα τα τσελιγκάτα,
του Παναγιώτ' τα πρόβατα δε φάνηκε να ήρθαν,
μείναν στους κάμπους μοναχά και δίχως τα κουδούνια,
πήγε κι η Παναγιώταινα με το παιδί στα χέρια,
νύχτα επήρε τ' άλογο, νύχτα το καλιγώνει,
και νύχτα καβαλίκεψε στα πρόβατα να πάει,
από μακριά τους ρώτησε και τους καλημερίζει:
- Παιδιά μου τι σας λείπεται, τι είστε λερωμένα;
- Ο Παναγιώτης λείπεται εδώ και δέκα μέρες.
βγήκαν οι βλάχοι στα βουνά, κι όλα τα τσελιγκάτα,
του Παναγιώτ' τα πρόβατα δε φάνηκε να ήρθαν,
μείναν στους κάμπους μοναχά και δίχως τα κουδούνια,
πήγε κι η Παναγιώταινα με το παιδί στα χέρια,
νύχτα επήρε τ' άλογο, νύχτα το καλιγώνει,
και νύχτα καβαλίκεψε στα πρόβατα να πάει,
από μακριά τους ρώτησε και τους καλημερίζει:
- Παιδιά μου τι σας λείπεται, τι είστε λερωμένα;
- Ο Παναγιώτης λείπεται εδώ και δέκα μέρες.
Πήρε ο Μάρτης δώδεκα ...
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014
Τα μπουλούκια των μαστόρων
Γράφει ο Θωμάς Σίδερης
«Της μαστοριάς τα βάσανα, της ξενιτιάς τα πάθη
τα είδε ο ήλιος κι έσβησε και το φεγγάρι εχάθη.
Τ’ ακούσανε κ’ οι θάλασσες και φούσκωσαν το κύμα:
Στην ξενιτιά, στη μαστοριά, εισ’ ο μισός στο μνήμα.
Τα φασόλια, οι ρέγκες, οι φακές, τα κρεμμύδια, οι ελιές και το τυρί
ήταν τα συνηθισμένα φαγητά τους. Το μαγείρεμα αναλάμβανε τις
περισσότερες φορές ένα μαστορόπουλο ή κάποιος από τους τεχνίτες που
εκτελούσε χρέη οικονόμου-επιμελητή. Το πλύσιμο των πιάτων, τα ψώνια, την
καθαριότητα και γενικά όλες τις δευτερεύουσες εργασίες τις έκαναν τα
μαστορόπουλα. Αρκετές φορές όμως οι νοικοκυρές τους πήγαιναν
φρεσκομαγειρεμένο φαγητό και μικρές νταμιτζάνες με κρασί. Ο παλιός
χτίστης Βαγγέλης Γιαννακόπουλος, από τα Λαγκάδια Αρκαδίας, πρωτοπήγε στη
μαστοριά το 1926 και παρέμεινε στο επάγγελμα σαράντα ολόκληρα χρόνια.
Στο φύλλο της 6ης Μαρτίου 1973 της τοπικής εφημερίδας Νέα Γορτυνία ανέφερε με γλαφυρό τρόπο τα βάσανα του επαγγέλματος:
«Ο χειμώνας ήταν δύσκολος. Πότε όξω με τα ζα, βρέχοντας και
χιονίζοντας, με τους πάγους να σκάνε τα χέρια από τα κρύα, τις πέτρες
και τις παγωμένες λάσπες, το βράδυ στο βουνό να μας θερίζουν οι αέρηδες,
οι μπόρες και τα χαλάζια, και την αυγή πριν λαλήσει ο κόκορας να
γυρίζουμε με τα ξεροβόρια στη δουλειά. Ήτανε σκληρός και πικρός ο
χειμώνας.»
Τα μπουλούκια των μαστόρων
