Ανοιξιάτικες εικόνες - Slideshow

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

on 1 Σχόλιο

"O Φωτεινός" του Βαλαωρίτη - απόσπασμα και Κριτική ανάλυση

Αναδημοσίευση {απόσπασμα}
Καραντώνης Ανδρέας, «Ο Φωτεινός του Βαλαωρίτη», Κριτικά. (Απόψεις για πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.) Αθήνα [1981], σσ. 71 – 95
Πηγή: http://www.potheg.gr/ProjectDetails.aspx?Id=193&lan=1

Παρ ' ένα σβώλο Μήτρο,
και διώξε εκείνα τα σκυλιά που μού χαλούν το φύτρο  .....

Με το πρώτο άσμα βρισκόμαστε τον Νοέμβριο του 1356, σ ' ένα κτήμα κοντά στο χωριό Σφακιώτες, της Λευκάδας. Το νησί, το κυβερνάει ο νέος αφέντης από τη Βενετία, ο Τζώρτζης Γρατσιάνος. Ο Γρατσιάνος, έχει βγει για να κυνηγήσει με τη συνοδεία του, καβάλλα στ ' άλογα. Με τ' άλογα και τα λαγωνικά του, περνάνε περήφανοι μέσα από τα χωράφια, κάνοντας ζημιές χωρίς να γνοιάζουνται για τον κόπο και το ψωμί των φτωχών χωρικών. Έτσι, φτάνουν και στο χωράφι του Φωτεινού, του αρχαίου Κλέφτη και πολέμαρχου, που έχει πια πατήσει τα εβδομήντα. Ο Φωτεινός, δουλεύει το χωράφι του, με το γιο του το Μήτρο. Βλέποντας ο Φωτεινός τα σκυλιά του  Γρατσιάνου να κάνουν ζημιές στο σπαρμένο του χωράφι, προστάζει το γιό του, να τα διώξει τα σκυλιά, πετροβολώντας τα. και του αγριοφωνάζει του γιού του με την παλαιά, ιεραρχική κυριότητα που είχαν οι πατέρες.
Η προσταγή του Φωτεινού, που εξυπακούει βέβαια μια πράξη και ασύνετη μα και τολμηρή, αρχίζει με την πασίγνωστη ρήση, που είναι και η αρχή του έπους, και που αμέσως ζωγραφίζει και το περήφανο, σκληραγωγημένο μέσα στα γερατιά του ήθος του Φωτεινού, και το πολύχρονο δέσιμο του με τη γη του και το χωράφι του, και την κατάντια του σκλάβου αγρότη που όλα του τα τρώει ο ξένος αφέντης. και η φράση είναι,  «πάρε ένα σβώλο Μήτρο - και διώξε εκείνα τα σκυλιά που μου χαλούν το φύτρο!»
μα ο Μήτρος, είναι άψητο παιδί ακόμα, δε δείχνει να μοιάζει του πατέρα του, δειλιάζει τρομερά τον δυνατό και ξένο αφέντη. Έτσι, το έπος αρχίζει με μια πολύ ζωηρή αγροτική σκηνή, μέσα στην οποία εξαγγέλεται ο ηρωικός τόνος του έπους.


Παρ ' ένα σβώλο Μήτρο,
και διώξε εκείνα τα σκυλιά που μού χαλούν το φύτρο.
Ο χερουλάτης έφαγε τ ' άχαρα δάχτυλά μου
και στην αλετροπόδα μου έλυώσαν τα ήπατα μου.
Δυο -μήνες έρεψα εδεδώ εσάπησα στη νόπη
μ ' αρρώστια, με γεράματα! Βάσανα, νηστεία, κόποι
γι ' αυτό το έρμο το ψωμί! Καί τώρα που προβαίνει
σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φαν, χορταίνει
τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου
με τόση απίστευτη απονιά, οι δυνατοί του κόσμου;

Απο μιας αρχής ο Βαλαωρίτης διαγράφει την ιδεολογική του τοποθέτηση μέσα στο έπος του. Ο Γρατσιανός, δεν είναι μόνο ο ξένος αφέντης. Είναι, γενικά, και ο δυνατός του κόσμου, - αυτός που έχοντας την υλική δύναμη των όπλων, καταπατάει κάθε λαϊκό δίκαιο, και δεν αφήνει το φτωχό να γευτεί το ψωμί που με τόσο κόπο το κερδίζει, καλλιεργώντας το χώμα του. Ο Φωτεινός, εξεγείρεται λοιπόν και κατά του κατακτητή που του στερεί την εθνική του ελευθερία, αλλά και κατά του εκμεταλλευτή που δε διστάζει, για να. διασκεδάσει στο κυνήγι, να ανασκολωπίσει το χωράφι του Φωτεινού, που μέσα από το χώμα του, αναθρώσκει η χορταστική ελπίδα του μελλοντικού ψωμιού του: το νέο αστάχι. Αλλά ο γιος, δεν συμμερίζεται την ψυχολογία του πατέρα. Αντιπροσωπεύει το πλήθος των δειλών και των υποταγμένων που με την αδράνειά τους, βοηθάν τον κατακτητή να διαιωνίζει την εξουσία του. Κι' έτσι, απαντάει φοβισμένος στον Πατέρα του, που τον έχει προστάξει να διώξει με σβώλους, τα σκυλιά από τα φύτρα του:

Είναι του Ρήγα, δεν κοτώ..
για κοίταξ' εκεί πέρα -
να ιδείς το θρός που γίνεται,
τι χλαλοή, πατέρα!

και η απάντηση αυτή, εξαγριώνει περισσότερο τον Φωτεινό, που ακαριαία ολοκληρώνει την αντίθεση του με τον κόσμο του Γρατσιανού.

Τί Ρήγας; Τί Ρηγόπουλο! Είναι ο καινούριος κύρης
Που πλάκωσε, με ξένο βιό να γένει νοικοκύρης.
Πάλιοφραγκοι που πέφτουνε σαν όρνια, στα ψοφίμια·
εκείνοι πάντα κυνηγοί και πάντα εμείς αγρίμια..
Κι ' εσύ τούς τρέμεις, βούβαλε! Παιδί. μέσ ' στη φωτιά σου.
Πού τρίβεις πουρναρόπετρα μ ' αυτά τα δάχτυλά σου,
πώ'χεις τετράδιπλα νεφρά και ριζιμιό τα στήθια.
Τους βλέπεις και σε σκιάζουνε! Ο δούλος, είναι αλήθεια,
λίπος ποτάζει μοναχά. ψυχή κι ' αίμα δεν έχει...

και με τον βαθυστόχαστον αυτόν ποιητικό αφορισμό, πως ο δούλος δεν έχει ψυχή, αλλά κοιτάζει πως να σωριάσει μέσα του λίπος, «πάχητα» όπως θα λέγαμε σήμερα, ο Φωτεινός, κάνει εκείνο που δεν τολμούσε να πράξει ο τρομαγμένος γιος του. Με ρώμη νεανική, πετροβολάει τα σκυλιά του Γρατσιανού, τα λαβώνει, και σκοτώνει κι ' ένα.

Κι ' ο γέροντας με απίδρομο σαν παλικάρι τρέχει
κι αρπάζει τη σφεντόνα του. Έχει χολή στα μάτια.
Με το σφυρί του ένα γουλί το σπά σε δυο κομμάτια
και το σταφνίζει στο καυκί. Γοργά την ανεμίζει
και τηνε σκάει με δύναμη. Ανοίγει το λιθάρι
και θυμωμένο, ένα σκυλί, πληγώνει στο ποδάρι,
κι ' άλλο χτυπάει στο κούτελο και στο ξαπλώνει χάμου.

Τρομοκρατημένος ο γιος του, του φωνάζει: «Πατέρα, τι 'ναι  πόκαμες!», μα ο θυμός του Φωτεινού και η περιφρόνηση του για τη δειλία του γιού του, φτάνει στο κατακόρυφο. και του δίνεται έτσι η ευκαιρία, να ελεεινολογήσει τη νεολαία της εποχής του, στο πρόσωπο του γιού του, που αν και τύπος αθλητικός και γερός, έχει μέσα του ψυχή ελαφιού! Μια παρόμοια στάση κρατούσαν και οι παλαιοί Αθηναίοι Μαραθωνομάχοι, απέναντι στη νεώτερη γενεά που άρχιζε να θυληκοφέρνει - τη γενεά, που τόσο σάρκασε ο Αριστοφάνης. Μά ο Βαλαωρίτης, δεν σαρκάζει. Μαστιγώνει και ελεινολογεί το γιο του.

Περίδρομος κεφάλα,
μη βλαστημήσω το βυζί που σούδωκε το γάλα.
Δέ νιώθεις πως τούς σχαίνομαι! Όλην αυτήν την Ψώρα
οπ ' όρχεται κάθε φορά και μας δαγκάει τη χώρα
-όπως είν ' ένας ο Θεος κι' εγώ 'μαι Λευκαδίτης-
Τήν έπαιρνα όλη επάνω μου και πνίγομουν μαζί της.
Κι εσύ, του γέρου Φωτεινού μονάκριβο βλαστάρι,
του λύκου του ανυπόταχτου, αγγόνι του Θεοχάρη,
π ' άλλη τροφή δεν έλαβες να φάς και να χορτάσεις
για να σου βάψει την καρδιά και να ριζοδοντιάσεις,
παρά την έχρα την παλιά που'ναι θεμελιωμένη,
σκληρή, πατροπαράδοτη, άφθαρτη, στοιχειωμένη,
για κάθε ξένην αφεντιά βαθειά μέσ ' στη γενιά μας
εσύ θελέσει στέκεσαι και βλέπεις τη σπορά μας
να την πατούν Οι αλόφυλλοι και χάσκεις σα λουρίτης...
Ού να χαθείς! Μέ ντροπιασες! Δεν είσαι Λευκαδίτης!

Τάχα, απέναντι από την απόλυτη αυτή στάση του ηρωϊκού Φωτεινού, μπορεί να έχει και κάποιο, έστω και ελάχιστο δίκιο, ένας φοβισμένος σκλάβος; Κατ' αρχήν, θα πρέπει να πιστέψουμε στη θεωρία, πως ποτέ κανείς δεν είναι δυνατό να εγγράψει ολόκληρο το δίκαιο με το μέρος του. Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία, πως ο ηρωικός Φωτεινός, υπερακοντίζει σαν ανθρώπινη μορφή, το γιο του το Μήτρο. Τον Φωτεινό τον θαυμάζουμε και τον πέρνουμε για παράδειγμα. Τον Μήτρο, δεν μπορούμε παρά να ταν ελεεινολογήσουμε, και το πολύ - πολύ, να τον λυπηθούμε. Μα πρέπει να δούμε και με τα δικά του μάτια, πως βλέπει κι ' αυτός τον κόσμο των κατακτητών και των δυνατών του κόσμου, που το δέος του προς αυτόν, τον έχει ψυχικά γονατίσει. Τον βλέπει με τρόμο. Ο ολότελα άοπλος ατενίζει τρέμοντας, απέναντι του, τον γιγαντιαίο και τον πάνοπλο. Νοιώθει, βλέπει, πως δεν μπορεί να κάνει τίποτε που θα τον απολύτρωνε από τον τύραννο του, ή και που απλώς, θα το κλόνιζε έστω και ελάχιστα, τον τύραννο. Το πολύ - πολύ, με μια ασύνετη πράξη αντίδρασης, να προκαλέσει το χαμό του και πιθανώτατα και το χαμό ή τη δυστυχία των δικών του. Έτσι, διαμορφώνεται, η αξιοδάκρυτη έστω ψυχολογική εξήγηση, και της στάσης αυτής. Είναι η στάση του μέσου, του κοινού, του άχρωμου, του απρόσωπου ανθρώπου. Του ανθρώπου που είναι πλασμένος για αντι-ήρωας. Γιατί ο ήρωας, είναι ακριβώς, ο ενάντιος τύπος. Είναι ο Φωτεινός. Αλλά οι ήρωες σπανίζουν στη ζωή. Είναι ελάχιστοι, και γι' αυτό ξεχωρίζουν. Κι' έχουν ακόμη μια μαγική ιδιότητα. Το παράδειγμα τους, συχνότατα είναι μεταδοτικό. Και βλέπεις άξαφνα, ένα πλήθος δειλών ανθρώπων, μαγνητισμένο από τη συμπεριφορά του ήρωα, να αλλάζει αστραπιαία, ψυχολογία, και να τον ακολουθεί τον ήρωα, ακόμη και ως τον θάνατο ή την αυτοθυσία. Κι' αυτό συμβαίνει, γιατί αν όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ήρωες, κρύβουν μολαταύτα, όλοι μέσα τους, κάποιο σπέρμα ηρωϊσμού, μια ροπή προς τα μεγάλα, μια σπίθα, που φτάνει κανείς να τη συνδαυλίσει για να γίνει η σπίθα πυρκαγιά. Έτσι, συχνότατα, πραγματοποιήθηκαν στην ιστορία, θαύματα κατορθωμάτων, που είναι σα να ανατρέπουν την κοινή λογική των πραγμάτων. και τώρα, ο Μήτρος, μιλάει με τη γλώσσα της κοινής λογικής των πολλών, κι ' έτσι δίνεται και στον Βαλαωρίτη η ευκαιρία, να ζωγραφίσει με επική δύναμη, σαν πάντα, τη δύναμη και τη σκαιότητα του Δυνάστη, που δεν σταματάει μπροστά σε τίποτε, που σπέρνει τον τρόμο και την ερείπωση, από όπου κι αν περνάει. Τη γνωρίσαμε κι ' εμείς αυτή τη σαρωτική θύελλα στα χρόνια της κατοχής. Οι Μήτροι ήταν πολύ περισσότεροι, οι Φωτεινοί, πολύ λιγώτεροι, μα τελικά, επεκράτησαν οι Φωτεινοί. Ωστόσο, αυτό δεν είναι λόγος για να στείλουμε στην κόλαση τους Μήτρους. Γιατί ο αληθινός ηρωισμός, δεν είναι να θαυματουργείς μόνο, είναι να είσαι μεγαλόψυχος και να καταλαβαίνεις και τον αντίπαλο σου ή τον ανόμοιο σου. Να λοιπόν, πως απολογιέται ο Μήτρος,στον πατέρα του.

Μή με προπαίρνεις άδικα Πατέρα μου, είναι τόσοι!
Περνούν σα μαύρος σίφουνας... σφιχτά μας έχουν ζώσει.
Έπιασαν άλλοι τα ριζά κι άλλοι χτυπουν τη λάκκα
ξεθεμελιώνουν σχιναριές: δεν άφησαν ασφάκα·
φωνές και χλιμιντρίσματα, αλαλαγμοί και χτύποι...
Πάνε του γέρου Δημουλά οι παινεμένοι κήποι,
πάνε και φράχτες και λιθιές! Σά να 'ταν λυσσασμένοι,
με τα άλογά τους του ριχτού ορμήσαν μανιωμένοι
να 'φτάσουν ένα δύστυχο πατέρα, μισολάγι
που τ ' άφεραν κυνηγητά οι σκύλοι από το πλάγι.
Λές κι είναι ανεμοστροβιλο! Εμπρός...εμπρός απ ' όλους
ένα άλογο σιδερικό σκορπά λιθάρια, σβόλους,
και στη χρυσή τη σέλλα του βαστά έναν καβαλάρη
όπου πετά σαν αητός κι όπου κρατεί κοντάρι..
Πώ-πω, πατέρα, χαλασμός για μια νεροχελώνα -
δεν είναι μεγαλύτερος... Πήρε τον ψυλλιθρώνα,
και το'χασαν το πάτημα... Ολόγυρα, αλωνίζουν
αμέτρητα λαγωνικά κι ' αναποδογυρίζουν
τ ' αμπελοφύτια του Κτενά, του Κούρτη τα λινάρια.
Πήραν ξελάκου μια κοπή και σφάζουν τα κριάρια...

Έτσι ζούσαν Οι Λευκαδίτες κάτου από τη Φραγκοκρατεία. Λίγοι επικοί στίχοι από το Φωτεινό του Βαλαωρίτη, φτάσαν για να μας πάνε σ' εκείνη τη σκοτεινή περίοδο της ιστορίας μας. Πολλές φορές ο ελληνισμός σταυρώθηκε. μια απ' αυτές, ήταν και η Φραγκοκρατεία. Στον Βαλαωρίτη, τον ποιητικό πατέρα του Φωτεινού, έλαχε να παραστήσει με επικό ρεαλισμό και πάθος δραματικό, την αντίροπη προς την σκλαβιά, φορά της ελληνικής ψυχής. Και πριν προχωρήσουμε στο υπόλοιπο του έπους, ας αντικρύσουμε άλλη μια φορά τη μεγαλόπρεπη πολεμική και αρχική μορφή του παλαιού κλέφτη και πολέμαρχου Φωτεινού, που ο λαός της Λευκάδας, τον έχει για είδωλο του και ελπίδα του.

Γέροντα τον ελάτρευε πάντα κρυφά η Λευκάδα,
τον είχε πολέμαρχο της, χωρίς να πάρει αχνάδα
ξένος κανείς του μυστικού. Κι ' όταν ο ζευγολάτης
μέσα σε κόσμο επρόβαινε, μεριάζαν τα παιδιά της
και προσκυνούσαν ξέσκεπα. Τον είχε βασιλιά του
φτωχός, πανόρφανος λαός, και γύρω τα μαλλιά του
στο μέτωπο του ελάμπανε το βαρυπληγωμένο
ωσάν κορώνα ατίμητη. Σα φλάμπουρο υψωμένο.
Πάνου σ ' αυτό το είδωλο, σ ' αυτόν τον ασπρομάλλη.
ακράτητη ολ ' η Φράγκικη ορμούσε ανεμοζάλη-
κι εκείνος μένει ασάλευτος, σα βράχος που προσμένει
στα στήθια του, τα ολόγυμνα τη θάλασσα οργισμένη...

Είπαμε πως όταν ο βενετσιάνος Γιώργης Γρατσιάτος, αφέντης της Λευκάδας, βλέπει να του πετροβολάει ο Φωτεινός τα σκυλιά του που μπήκαν στο χωράφι του και του χάλασαν το φύτρο, γίνεται έξω φρενών. με κάθε τρόπο, προσπαθεί να ταπεινώσει και να φοβίσει τον Φωτεινό, αλλά καθώς μας λέει ο ποιητής, ξένος ζυγός δεν έγειρε του Φωτεινού την πλάτη. Του απαντάει, περήφανα, ο Φωτεινός, του Γρατσιάτου, κι' εκείνος, αγριεμένος, του φωνάζει:

Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη, 
μη μου ξανάφτεις τη χολή.
Γονάτισε μπροστά μου 
και ζήτησε συχώρεση για τα λαγωνικά μου.

Ο Φωτεινός, εξακολουθεί να κρατάει την ίδια περήφανη στάση, και τότε πια, ο Γρατσιάνος, ξεπερνάει κάθε όριο, και δείχνεται, καμαρώνοντας, μα και εξαγριωμένος, έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα.

Κι ' εγώ, σκουλήκι αγνώριστο, ο Τζώρτζης ο Γρατσιάνος,
αφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, άρχοντας σου,
Αυτό το χώμα που πατώ, οι πέτρες, τα νερά σου,
ήμερο κι ' άγριο κλαρί, το αγέρι σου. η ψυχή σου,
τα ζωντανά σου. Τα παιδιά. το αίμα σου, η τιμή σου,
όλα δικά μου, μάθε το. Βουνού και λόγγου αγρίμι
είτε έχει τρίχα, είτε φτερό, σιχαμερό ψωφίμι,
το διαβατάρικο πουλί σ ' εμέ μονάχα ανήκει,
κι αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο η περδίκι.
Γι ' αυτό, όθε θέλω θα περνώ, κι ' εγώ και τα σκυλιά μου
τίποτε δεν ορίζετε κι ' είναι κι ' αυτή σπορά μου.
Κι ' ούτε άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη,
δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει
για να πομπεύει τ ' όνομα και την κληρονομιά της!

Αληθινά, οι τύραννοι πιστεύουν, - κι ' αυτό τους προμηθεύει ένα κάποιο ηθικό πρόσχημα για την τυραννία τους - ναι, όλοι οι τύραννοι πιστεύουν πως ο κόσμος που εξουσιάζουν άλλο δεν αξίζει παρά να είναι και να μένει σκλάβος τους. Αυτός, νομίζουν, πως είναι ο προορισμός του σκλαβωμένου. Νά είναι σκλάβος αιώνιος. δεν αξίζει για τίποτε άλλο, παρά για να δίνει, αφορμές στον αφέντη του να επαίρεται πως είναι στα πάντα Κύριος του και ανεξέλεγκτος τύραννος του. για τον σκλαβωμένο, άλλος νόμος δεν υπάρχει παρά η Θέληση και η όποια όρεξη του τυράννου του. Το μόνο ανθρώπινο δικαίωμα που έχει ο σκλάβος, είναι να είναι σκλάβος. Τίποτε λιγώτερο, τίποτε περισσότερο. Κι αυτή η φοβερή αντίληψη, αποτελούσε και την πολιτική και την κοινωνική ηθική της ευρωπαϊκής Φεουδαρχίας, σε όλο τον Μεσαίωνα. Αλλά ο Φωτεινός του Βαλαωρίτη, δεν ανήκει στον Μεσαίωνα, και ας ζει στα 1356. Ο Φωτεινός αυτός, είναι το σπέρμα του λαού, που στο μέλλον, σε κάποιο μέλλον, κοντινό ή μακρυνό, θα διεκδικήσει και θα επιτύχει να κατακτήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κι' αυτή είναι η μεγάλη η αγεφύρωτη διαφορά που χωρίζει τον δούλο από τον αφέντη.

Ο αφέντης, πιστεύει στην αιωνιότητα του παρόντος του. Μπορεί να φοβάται τον σκλάβο κάπου-κάπου, μα ποτέ δεν του περνάει η υποψία πως ίσως μια μέρα ο σκλάβος να μπορέσει να ορθώσει το ανάστημα του, να σπάσει τις αλυσίδες του και να πάρει στα χέρια του τη Μοίρα της ίδιας του της ζωής. Αντίθετα, ο σκλάβος, μπορεί να ζει με οδύνη το παρόν του, όμως, η ουσιαστική του πραγματικότητα, είναι η ελευθερία, έστω και αν η ελευθερία αυτή, μπορεί για μια σειρά αιώνων, να παραμείνει ένα όνειρο μονάχα. Ωστόσο, αυτό το όνειρο, είναι η μόνη πραγματικότητα και η μόνη ένθεη πίστη του σκλάβου. Και με το αίσθημα αυτής της πραγματικότητας, απαντάει ο Φωτεινός στα χυδαία λόγια του Γρατσιάνου. Εδώ, πια, δεν μιλάει ένας συγκεκριμμένος σκλάβος, ένας κάποιος άνθρωπος. Μιλάει ένας ολόκληρος λαός. Και κάτι περισσότερο ακόμα, μιλάει ένας ολόκληρος κόσμος. Κι ίσως ακόμα, με το στόμα του Φωτεινού, να μιλάει ο αιώνιος σκλάβος που κρύβεται μέσα σε κάθε άνθρωπο, και που αδιάκοπα γυρεύει να απολυτρωθεί και ξαναφεθεί ελεύθερος, σε κάποιον άλλον κόσμο, αλλά που αν υπάρχει, δεν μπορεί παρά να είναι ο πνευματικός, ο ηθικός λεγόμενος κόσμος. Ο κόσμος των θρησκειών. Ο κόσμος όλων των φιλοσοφιών. Όμως, άσχετα από όλα αυτά, οι επτά οι στίχοι που ξεστομίζει ο Φωτεινός, απαντώντας στον Γρατσιανό, είναι τους καλύτερους μέσα σε όλη τη νεοελληνική ποίηση. Και για, ο βαθύ ηθικό και ανθρώπινο τους νόημα και για τη δύναμη της πνοής με την οποία εξακοντίζονται, και για τις απόλυτα ταιριασμένες με το νόημα εικόνες τους, που κι ' αυτές είναι παρμένες όλες από την ιδροποτισμένη ζωή της αγροτιάς και που μυρίζουν σβωλιασμένη γη, φύτρο, παχνί, τζάκι, φτωκοκάλυβο, δυστυχία και καρτερία.

Αν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν ' η ρίζα,
Κι μένει πάντα ζωντανό, ή ρόδι φάγει, η βρίζα,
αυτό το βόιδι το μανό που όσο βαθειά ρουχνίζει
τόσο εύκολα μυγιάζεται και ανεμοστροβιλίζει.
και που το κράζουνε λαό. Θά σπάσει το καρίκι
και θα προβάλει με φτερά μια μέρα το σκουλήκι.
Τότε, πουλί να σπερπετό, ποιος ξέρει που θα φτάσει!
Εγώ, ο φτωχός ο Φωτεινός, ο γέρος, ο ξεσκολιάρης,
που ρίχνω εδώ το σπόρο μου για να μου τόνε πάρεις.
εγώ που με τον ίδρωτα τα χώματα ζυμώνω
για να τρώγει άλλος το ψωμί που τρέχω και κεντρώνω
την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι
ν ' ανάφτω το καντύλι μου και ζώ μέσα στον Άδη,
εγώ που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω
το λόγγο και τα ριζικά για να σας το στολίζω
με κλήματα που δε τρυγώ και που ποτέ δεν έχω
λίγο κρασί κεφαλιακό τη γλώσσα μου να βρέχω,
εγώ ο φτωχός, ο μυλωνάς που ζώ σε αιώνια ζάλη
και πέρνω κέρδο, πληρωμή, προσφάγι την πασπάλη,
Πού δεν ορίζω το παιδί, που πάντα ζώ με τρόμο,
και που δε βρίσκω εδώ στη γη για να με κρίνει νόμο,
αυτός, αυτός είναι ο Λαός, Τ' άψυχο το κουφάρι
αυτό 'ναι το καματερό το ψόφιο το κριάρι..
Μή ρίξεις άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη...

Τί αποτέλεσμα θα μπορούσε κανείς να περιμένει ύστερ ' από μια τέτοια περήφανη διακήρυξη, που είναι μαζύ και κάτι σαν Ευαγγέλιο που εξεικονίζει το δράμα του σκλάβου, και μαζί σαν μανιφέστο που σαλπίζει την Επανάσταση; Τι άλλο, παρά αυτό που έπαθε ο Φωτεινός. Ο Γρατσιανος, προστάζει όχι μονάχα να του πάρουν το ζευγάρι τα βόδια, μα και να σου σπάσουν τα πέντε δάκτυλα του Κεριού του. Ο Φωτεινός, υποφέρει καρτερικά το μαρτύριο και, όπως παρατηρεί νέος φιλόλογος και μελετητής του Βαλαωρίτη, σκέπτεται πως να συνδυάσει την προσωπική του εκδίκηση με την απαλλαγή της πατρίδας του από τον τύραννο:

Κι ' αυτός ο γέρο-Δράκοντας, χωρίς ούτε ν' αχνίσει,
εκοίταζε το αίμα του που πότιζε σα βρύση ,
τη γη του την ταλαίπωρη και μέσα στην καρδιά του
με μιας αστράφαν τα παληά τ' ανδραγαθήματα του
και χρυσοβόλησε στο νου, χρυσόφτερη η ελπίδα
με τη δική του εκδίκηση να σώσει την πατρίδα.

***

Σημείωση δική μας:
Βλέπουμε πολύ μεγάλες ομοιότητες στη σημερινή πραγματικότητα της χώρας μας με την εποχή της Φραγκοκρατίας στην οποία αναφέρεται το έργο του Βαλαωρίτη.
Συνεπώς είναι ένα έργο διαχρονικό, προφητικό και επίκαιρο.
Ρήγας: Διεθνείς αγορές, ΔΝΤ, και άλλοι δικοί μας και ξένοι που μας οδήγησαν σε αυτή την κρίση και τώρα θέλουν να μας διασώσουν.
Μήτρος:  Εμείς οι πολλοί που παρακολουθούμε υποταγμένοι και φοβισμένοι την όλη διαδικασία της "διάσωσης"
Σκυλιά: Τα golden boys, πολιτικοί και άλλοι καλοταϊσμένοι που "τα φάγανε " και μάλλον εξακολουθούν να τα τρώνε, οι οποίοι  υπηρετούν το "Ρήγα" και με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους μας οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση..
Φωτεινός: Αναζητείται... Είδος εν αναπαρκεία στην εποχή μας...
Λαός: o Λαός
αυτός, αυτός είναι ο Λαός, Τ' άψυχο το κουφάρι
αυτό 'ναι το καματερό το ψόφιο το κριάρι..
Μή ρίξεις άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη...


Share/Bookmark

1 σχόλιο :

  1. Πάρε ένα σβώλο Μήτρο και διώξε εκείνα τα σκυλιά που μου χαλάνε το φύτρο. Δυστυχώς τον φύτρο του ανθρώπινου δυναμικού το χάλασαν οι επιτήδειοι τα λαμόγια που του άφησαν απαίδευτους τους νέους από αρετές ήθος και φιλότιμο. Τί άλλο μπορώ εγώ τώρα να τους ειπώ μόνο αυτή την κατάρα βρισιά την ίδια τους δίνω μήπως έχουνε λίγο φιλότιμο και ότι έχει απομείνει περισώσουν. Που ο Βαλαωρίτης τότε είπε και στα σχολεία για να ξυπνήσει το παιδιών νε το φιλότιμο δεν τα διδάσκουνε!... μόνο για την Τζούλια λένε! Το είπε τότε και τώρα επαναλαμβάνω. Περίδρομος κεφάλα! Που κάνατε τους ηγέτες… Μη βλαστημήσω και εγώ μαζί με όλους τους άλλους το βυζί που σας έδωκε τα γάλα!....

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αρθρα τυχαίας επιλογής

Αρτοζήνος το μυθικό βουνό

Προσφάτως αναρτηθέντα